20 Ιουν 2018

«ωφέλιμο φορτίο»



Ο δίσκος «ωφέλιμο φορτίο» κυκλοφόρησε το 1998 από την «Fm Records – Label 5», με καλλιτεχνικό διευθυντή το Σταμάτη Κραουνάκη.
Σ’ αυτόν, ο Μιχάλης Δέλτα και ο Κωνσταντίνος Βήτα ανασυνθέτουν μελωδίες και σκέψεις του Σταμάτη Κραουνάκη.

Τα μέρη του δίσκου:

Τα φιλιά (Μιχάλης Δέλτα)

Δική σου εικόνα (Μ. Δέλτα / στίχοι: Σταμάτης Κραουνάκης / φωνή: Γιάννης Μόμπιλ


Το κόκκινο μπουφάν (Κωνσταντίνος Βήτα)


Τι καλό (Μ. Δέλτα / στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου / φωνή: Χαραλαμπία)


Σε θέλω (Κ. Βήτα / στίχοι: Σταμάτης Κραουνάκης / φωνή: Κ. Βήτα)


Το σήμα (Μ. Δέλτα)


Νόχι (σύνθεση: Μ. Δέλτα / στίχοι: Σταμάτης Κραουνάκης / φωνή: Διονυσία Σταθάτου)


Το ξύλινο ανθρωπάκι (Μ. Δέλτα / στίχοι: Γιώργος Μανιώτης / φωνή: Σταμάτης Κραουνάκης)


Η μελαγχολία της βίας (Κ. Βήτα)


Μέχρι που νύχτωσε (Μ. Δέλτα)


η «δική σου εικόνα», είναι το τραγούδι «Επιλύχνιος Ευχαριστία» από τον δίσκο «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ» (1985).
Ως «Το τραγούδι του Δημήτρη» ηχογραφήθηκε με τη φωνή του Δημήτρη Μπάση στο «Τρίτο στεφάνι» (1995), το δίσκο με τη μουσική και τα τραγούδια του Κραουνάκη για την τηλεοπτική μεταφορά, από το Γιάννη Δαλιανίδη, του μυθιστορήματος του Κώστα Ταχτσή.

Το «τι καλό», είναι από τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη που παρουσιάστηκε στο ΔΗ.ΠΕ.Θ.Ε. Καβάλας το 1998, την περίοδο που ο Σταμάτης Κραουνάκης ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του, σε σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη.
Θεωρήθηκε ως η παράσταση της δεκαετίας.

Το τραγούδι «σε θέλω», είναι από τα «Σκουριασμένα χείλια» (1981), με τη Βίκυ Μοσχολιού.

«τα φιλιά» και το «μέχρι που νύχτωσε», είναι τα δύο μέρη ενός μουσικού θέματος του Σταμάτη Κραουνάκη από την τηλεοπτική σειρά του Γιάννη Δαλιανίδη «Το χρώμα του φεγγαριού», βασισμένη στο βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη, τη σεζόν 1996 - '97.

«το ξύλινο ανθρωπάκι», γράφτηκε για τον εξαιρετικό ηθοποιό Χρήστο Στέργιογλου και για  μια παράσταση – καμπαρέ στο Δημοτικό Θέατρο του Βόλου, που τελικά δεν ανέβηκε.

«η μελαγχολία της βίας», είναι ένα μουσικό θέμα του Σταμάτη Κραουνάκη από το «Τρίτο στεφάνι».


8 Μαΐ 2018

«Μαμά γερνάω»




Τα τραγούδια του δίσκου: 
Μοίρες, Πάμε Κάπου, Μαμά Γερνάω, Γυφτάκι, Φίλοι, Στρηπ-τιζ, Η Σουλτάνα η Φωφώ, Τσιφτετέλι, Πάτωμα, Ζελατίνα, Υ.Γ.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το Μάιο του 1988 από τη «CBS», σε μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη και σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, εκτός από τη «Σουλτάνα τη Φωφώ», που οι στίχοι της ανήκουν στο συνθέτη. Τραγουδά η Τανια Τσανακλίδου, σε μουσική διεύθυνση του Νίκου Κούρου.

Για το πώς γράφτηκαν τα τραγούδια ο λόγος στη Λίνα Νικολακοπούλου
«Όταν έρχεται η Τάνια Τσανακλίδου να μας δει στην πρώτη «Λεωφόρο», το 1986, έχει μόλις χάσει τη μάνα της. «Θέλω να μου γράψεις ένα τραγούδι για τη μάνα», μου λέει. «Έτσι σαν παραγγελία». Τότε δόθηκε η ιδέα. Το κομμάτι τέλειωσε τα Χριστούγεννα, ύστερα από μια βραδιά που είχαμε περάσει με τον Σταμάτη Κραουνάκη στο σπίτι της Τζένης Καρέζη και του Κώστα Καζάκου. Γυρίσαμε, ο Σταμάτης έπεσε και κοιμήθηκε, ενώ εγώ κάθισα στον καναπέ μέχρι τα ξημερώματα…».


Έτσι γράφτηκε ένα τραγούδι που τόλμησε να πει εκείνες τις αλήθειες, που οι άλλοι δεν άντεχαν ή δεν μπορούσαν να εκφράσουν δημοσίως: «Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω / τα βάζω στη σακούλα και στα φέρνω / ρωτάς για την καριέρα μου / τη νύχτα και τη μέρα μου / και γω να σου μιλάω καταφέρνω/
Και σκέφτομαι που πίνω κόκα κόλα / για να ’ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα / κι ανοίγω το ψυγείο σου / το έλα και τ’ αντίο σου / ζητούσα στη ζωή μου, πάνω απ’ όλα/
Μαμά πεινάω / Μαμά φοβάμαι / Μαμά γερνάω / και τρέμω να ’μαι / αυτό που χρόνια ανησυχείς / ωραία, νέα κι ατυχής/
Τα χρόνια που μεγάλωνες, για μένα / να ξέρεις πως σου τα ’χω φυλαγμένα / και τέλειωσα με άριστα / αλλά δεν έχω ευχάριστα / μαμά… όλα στον κόσμο είναι γραμμένα/
Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες / τις άγριες σου φέρνω ανεμώνες / και κοίτα ένα μυστήριο / του κόσμου το κριτήριο / πως μοιάζουμε μου λέει / σα δυο σταγόνες».


Στο «Μαμά γερνάω» η Λίνα Νικολακοπούλου ταράζει τα νερά του στίχου και με τρόπο μοναδικό εκθέτει και εκτίθεται. Εμβαθύνει, εξομολογείται, παιδεύεται, «αναγκάζει» τον Κραουνάκη να ταιριάξει στα γκρίζα χρώματα των στίχων της τις ανάλογες μελωδίες του, που οδηγούν τον ακροατή, τελικά, σε μια λυτρωτική ανάσα.
Από τη μεριά της η Τσανακλίδου ερμηνεύει τα τραγούδια όπως πρέπει, χωρίς τίποτα λιγότερο και χωρίς τίποτα περισσότερο, ακροβατώντας με τη φωνή της σε συναισθήματα συγκίνησης, χιούμορ, έντασης, λυγμού.


Όταν κυκλοφόρησε το «Μαμά γερνάω» η Τάνια Τσανακλίδου μετρούσε δεκατέσσερα χρόνια δισκογραφικής παρουσίας. Η αρχή έγινε το 1974 στη «Θητεία» του Γιάννη Μαρκόπουλου και του Μάνου Ελευθερίου. Ακολούθησαν συμμετοχές της στους δίσκους «Αχ έρωτα» (Λεοντής-Παπαδόπουλος), «Τα Λαϊκά» (Θεοδωράκης - Ελευθερίου, με το Μανώλη. Μητσιά), «Καπνισμένο τσουκάλι» (Λεοντής - Ρίτσος), «Παραστάσεις» (θεατρικά τραγούδια του Χρήστου Λεοντή), «Ερωτόκριτος» (του Χριστόδουλου Χάλαρη πάνω στο ποίημα του Βιτσέντζου. Κορνάρου).
Ο πρώτος προσωπικός της δίσκος κυκλοφόρησε το 1978 με τίτλο «Τσάρλι Τσάπλιν» και με τραγούδια πολλών και διαφορετικών συνθετών (Παντελή Χαρβά, Διονύση Σαββόπουλου, Σταμάτη Κραουνάκη, Σάκη Τσιλίκη, Γιάννη Καραλή, Γιάννη Ζουγανέλη).

Το 1993 η Αρλέτα στον δίσκο της «Μετά τιμής» ξανατραγούδησε το «Πάτωμα». Το 1995 ο Σταμάτης Κραουνάκης ξανατραγούδησε τους «Φίλους», στο δίσκο του «Όταν έρχονται οι φίλοι μου».

9 Ιουλ 2017

Ο στιχουργός Σταύρος Κουγιουμτζής



Του Αλέξη Λιόλη*

Μπορεί να έσμιξε τις μελωδίες του με το λόγο σπουδαίων ποιητών και στιχουργών, όπως του Μάνου Ελευθερίου, του Άκου Δασκαλόπουλου, του Λευτέρη Παπαδόπουλου, του Μιχάλη Μπουρμπούλη, του Γιώργου Θέμελη, του Κώστα Βάρναλη, του Ντίνου Χριστιανόπουλου, της Σώτιας Τσώτου, του Κώστα Κινδύνη, του Λάκη Τεάζη, του Κώστα Ριτσώνη, αυτό όμως δεν εμπόδισε το Σταύρο Κουγιουμτζή να καταθέσει σε 41 από το σύνολο των τραγουδιών που έγραψε το δικό του στιχουργικό στίγμα. Από το «Περιστεράκι» του 1961 μέχρι τα τραγούδια στον τελευταίο του δίσκο «Έβρεχε ο κόσμος» το 2000 και στον προσωπικό δίσκο της κόρης του Μαρίας «Μπορεί να ’ναι αγέρας», που κυκλοφόρησε το 2007. Τραγούδια που μόνο απαρατήρητα δεν πέρασαν. Τραγούδια με διαπίστευση στην αθανασία. Για του λόγου το αληθές, ιδού μερικοί τίτλοι: «Αν δεις στον ύπνο σου ερημιά», «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», «Ο ουρανός φεύγει βαρύς», «Κάπου νυχτώνει», «Ένας κόμπος η χαρά μου», «Όταν ανθίζουν πασχαλιές» «Βασανάκι βασανάκι», «Ξενάκι είμαι και θα ’ρθω», «Ήθελα να ’μουνα πουλί», «Ήταν πέντε ήταν έξη», «Όλα καλά κι όλα ωραία» μέχρι τα μεταγενέστερα «Τρελοί και άγγελοι», «Μη γυρεύεις ομορφιές», «Μ’ ένα τσιγάρο», «Τα πολύχρωμά σου μάτια», «Έβρεχε ο κόσμος», «Πώς να σου πω», «Η μπαλάντα της Πολυδούρη»…
Σπουδαίο λυρικό ποιητή αποκαλεί το Σταύρο Κουγιουμτζή ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, θεωρώντας πως «τα ποιήματά του ανήκουν αυτούσια και χωρίς τη συνηγορία του πενταγράμμου στην αυστηρή ανθολογία του νεότερου λυρισμού μας».


Είπε πράγματα ο στιχουργός Κουγιουμτζής με τρόπο απλό και ρεαλιστικό, χωρίς άσκοπες φλυαρίες και χωρίς να κομπάζει ή να επιδεικνύεται με τη γραφή του. Δε χρησιμοποίησε επ’ ουδενί τις λέξεις για να υπηρετήσει τη δική του αυταρέσκεια, αλλά με απόλυτο μέτρο και σεβασμό για να εκφράσει ό,τι τον πονούσε, ό,τι τον προβλημάτιζε, ό,τι διαπερνούσε την ψυχή του, ότι γρατζουνούσε την ευαισθησία του κι ό,τι πλήγωνε τη μοναξιά του: «Μια σημαία σ’ ένα μπαλκόνι αλλάζει χρώματα και με σκοτώνει… Ένα φίλο και μια αγάπη είχα μια φορά… Αν δεις σε χέρι παιδικό πουλάκι πληγωμένο/πάρε τις στράτες να με βρεις/εγώ σε περιμένω… Είπες πως θα ’ρθεις να με βρεις/ μα γέρασ’ η καρδιά μου/ κι ούτε πουλί φτερούγισε μέσα στην ερημιά μου… Η πικρή σου η ματιά ψάχνει μέσα στα τραγούδια/μα κι εκείνα δυστυχώς τα `χει κάνει ο καιρός δίχως άρωμα λουλούδια… Τι κάθεσαι εδώ πέρα και σαπίζεις/εδώ δεν αγαπάνε τους τρελούς… Έλειπε η αγάπη έλειπες κι εσύ/κι όλα ήταν μια πικρή βροχή… Είναι πικρό να διαγράφεις πορεία χαμένη/ και να γυρνάς στα παλιά λίγη να βρεις ζεστασιά…».
Πίστευε πως «τα τραγούδια γράφονται για να τραγουδιούνται» κι ο ίδιος κατάφερε να κάνει πράξη αυτή του την επιθυμία. Τα τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή αγαπηθήκαν και τραγουδήθηκαν, χωρίς τις περισσότερες φορές -και λόγω της δικής του «ασκητικής» στάσης- ο κόσμος να γνωρίζει σε ποιον ανήκουν και χωρίς ο ίδιος να κάνει το παραμικρό προς αυτή την κατεύθυνση. Γράφει σχετικά: «Είναι αλήθεια πως για τα τραγούδια μου δε στάθηκα στοργικός πατέρας. Δεν τα υποστήριξα. Δεν τα προώθησα. Τ’ άφησα σχεδόν αβοήθητα. Ή θα τα βγάλουνε πέρα μόνα τους, έλεγα, ή ας πεθάνουν. Πάντως, κάλπικα δεν τα ήθελα. Ούτε και με δεκανίκια» («Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια», εκδ. «Κέδρος»).


*Από το περιοδικό «Μετρονόμος», Ιούνιος 2017.

26 Αυγ 2014

Στο «Χάραμα»...



«Το ΧΑΡΑΜΑ ήταν πάντα εκεί. Δίπλα στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, μέσα στα δέντρα. Ένα κέντρο μακριά απ’ το κέντρο, αλλά μέσα στην καρδιά όλων αυτών που πέρασαν μία νύχτα της ζωής τους σ’ αυτό το χώρο.
Ακούγοντας τον Τσιτσάνη, τη Μπέλλου, τον Παπαϊωάννου, ήσουν παρών κι αυτόπτης μάρτυς της ιστορίας που γραφόταν κάθε λεπτό και που αργότερα έγινε μύθος κι απ’ αυτό το μύθο κρατιόμαστε ακόμα κάθε φορά που το παρόν δε μας αρκεί για μέλλον».
Τάδε… έγραψε η Λίνα Νικολακοπούλου σ’ ένα ένθετο σημείωμά της στο δίσκο της Δήμητρας Γαλάνη με αποσπάσματα από το δεύτερο μέρος των εμφανίσεών της στο «Χάραμα», εν έτει 1996.
Στο «Χάραμα» του Βασίλη Τσιτσάνη. Στο «Σκοπευτήριο». Που έγινε δίσκος. Και κυκλοφόρησε πριν από τριάντα ακριβώς χρόνια τέτοια εποχή, τον Αύγουστο του 1975. Με λαϊκά τραγούδια γραμμένα από τον Βασίλη Τσιτσάνη και ερμηνευμένα από τον ίδιο, τη Βίκυ Μοσχολιού, τη Δήμητρα Γαλάνη και τη Λιζέττα Νικολάου.


Εκεί, στο «Χάραμα», ο Τσιτσάνης συνάντησε τη Σωτηρία Μπέλλου. Που άφησε την τελευταία της πνοή στις 27 Αυγούστου του 1997, δυο μέρες πριν συμπληρώσει τα 78 της χρόνια. Τσιτσάνης και Μπέλλου τραγούδησαν στο «Χάραμα» για μια ολόκληρη δεκαετία, από το 1973 μέχρι το Δεκέμβριο του 1983, όταν ο Τσιτσάνης ανέβηκε για τελευταία φορά στο πάλκο, ένα μήνα πριν το θάνατό του, στις 18 Ιανουαρίου του 1984.
Να αναφέρουμε, για την ιστορία, ότι στο «Χάραμα» η Μπέλλου δούλεψε μόνη της ένα χειμώνα μετά το θάνατο του Τσιτσάνη (1984 – ’85) και επέστρεψε εκεί για μια ακόμη σεζόν, το 1987.
Ωστόσο, η σχέση της Μπέλλου με το συμπατριώτη μας συνθέτη (ο πατέρας του Τσιτσάνη κατάγονταν από το Ζαγόρι) χρονολογείται από πολύ παλιά. Ουσιαστικά, άρχισε το 1947.


Το Δεκέμβριο της χρονιάς εκείνης, η Σωτηρία Μπέλλου ηχογράφησε στην «Κολούμπια» δύο τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη: «Όταν πίνεις στην ταβέρνα» και «Το παιδί που είχες φίλο». Παράλληλα, ανέβηκε μαζί του στο πάλκο, στην ιστορική ταβέρνα του «Τζίμη του χοντρού», στην οδό Πατησίων. Όμως, η επί σκηνής συνύπαρξή της με τον Τσιτσάνη δεν κράτησε πολύ. Έμειναν μαζί στου «Τζίμη του χοντρού» μόνο για μερικούς μήνες. Σύμφωνα με μαρτυρία της Μπέλλου, η ίδια κάποιο βράδυ δέχτηκε επίθεση από μια ομάδα παρακρατικών και, μετά απ’ αυτό, αποχώρησε χτυπημένη και θυμωμένη. Τσιτσάνης και Μπέλλου ξαναβρέθηκαν μετά από 25 ολόκληρα χρόνια, λίγο μετά τις αρχές του εβδομήντα, στο μυθικό, πια, «Χάραμα».
Υπάρχει, όμως, η δισκογραφία. Όπου η Σωτηρία Μπέλλου, στην πενταετία 1947 – 1952, ηχογράφησε πάνω από 120 τραγούδια σε δίσκους 78 στροφών, τα περισσότερα με τον Βασίλη Τσιτσάνη: «Συννεφιασμένη Κυριακή» (με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη), «Σ’ έχω κάνει πέρα», «Κάνε λιγάκι υπομονή», «Πέφτεις σε λάθη», «Σαν απόκληρος γυρίζω»…
Να ξαναγυρίσουμε, όμως, στο «Σκοπευτήριο» και στα τραγούδια του δίσκου:
1.    ΤΗΣ ΓΕΡΑΚΙΝΑΣ ΓΙΟΣ
2.    ΤΟ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ ΣΤΟ ΣΦΥΡΙ
3.    ΜΑΥΡΟΜΑΤΑ
4.    ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
5.    Ο ΓΛΕΝΤΖΕΣ
6.    ΤΟ ΦΙΛΝΤΙΣΙ ΚΟΜΠΟΛΟΓΑΚΙ ΜΟΥ
7.    Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ
8.    ΑΣΤΡΟΦΕΓΓΙΑ
9.    Ο ΤΑΚΑΤΖΙΦΑΣ
10.    ΣΤΑΥΡΑΕΤΟΣ
11.    ΠΟΥ ΝΑ ΠΩ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΜΟΥ
12.    ΜΟΥ ΠΗΡΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΡΕΣΤΑ ΜΟΥ

Δύο από τα παραπάνω τραγούδια, η «Νοσταλγία» σε στίχους του Τσιτσάνη και «Η σκιά μου κι εγώ» σε στίχους του Κώστα Βίρβου, ηχογραφήθηκαν εκ νέου από τη Δήμητρα Γαλάνη στο δίσκο της «Μ’ ένα γλυκό αναστεναγμό», που κυκλοφόρησε το 1992, είκοσι τρία χρόνια μετά τη συμμετοχή της στο «Σκοπευτήριο».
Στο ένθετο της έκδοσης η Δήμητρα Γαλάνη γράφει… «Μ’ ένα γλυκό αναστεναγμό»:
«Βασίλη Τσιτσάνη σ’ ευχαριστώ για ό,τι έμαθα κοντά σου και μέσα από το έργο σου. Ψάχνοντας από τότε, σχεδόν την κάθε νότα, την κάθε λέξη που έχεις γράψει, μπόρεσα να ανακαλύψω τον πλούτο της λαϊκής μας παράδοσης, την παγκοσμιότητα της μουσικής σου…».

4 Αυγ 2013

Γ. Σεφέρης: Κυριακή, 4 Αυγούστου 1940


Κοιμήθηκα στο Μαρούσι· είχε βρέξει· μυρωδιές βοτάνων από παντού. Άνοιξα τα μάτια στις 4.30΄. Ένα πιάνο στο πλαϊνό κέντρο έπαιζε ακόμη. Βγήκα, ο ήλιος τρεις οργιές. Σύννεφα και πολύ φρέσκος αγέρας. Ομορφιά του Πάρνηθα· οι σκιές τον αψηλώνουν και του δίνουν ένα βάθος καινούργιο. Ποια είναι η ύλη αυτών των βουνών· τα λένε άυλα, κι αυτό δε σημαίνει τίποτε· η ύλη είναι που τα κάνει τόσο ζωντανά: χορεύει, απαιτεί, αλλάζει, σα να είχε ψυχή· κουβεντιάζει μαζί σου και νιώθεις τρομερά την απουσία φίλων. Στις 10 ήμουν στην Αθήνα· λουτρό και τώρα γράφω και νυστάζω.
Στο λεωφορείο, πηγαίνοντας στο Μαρούσι, καθώς μιλώ μ’ έναν γνωστό μου, παρακολουθώ το πρόσωπο μιας κοπέλας που την ξέρω μόνο από κάτι περιστατικά της ζωής της. Πρώτη φορά που τη βλέπω από τόσο κοντά. Τεντωμένα χαρακτηριστικά μιας τραγικής μάσκας και μάτια που προσεγγίζουν την τρέλα. Όχι άσκημη, αλλά θα σου ήταν δυσάρεστο να βρεθείς σ’ ένα δωμάτιο μαζί της. Μήπως έκανα αυτές τις σκέψεις επειδή ξέρω πως δοκίμασε ν’ αυτοκτονήσει;
Μέρες Γ΄(16 Απρίλη 1934 – 14 Δεκέμβρη 1940), Ίκαρος

27 Μαΐ 2013

βλέμμα...



Ν' αναστηθώ στο βλέμμα σου...

2 Μαΐ 2013

πάλι... (Μ. Παρασκευή)



«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι
σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη...».

30 Απρ 2013

δια παντός... (Μ. Πέμπτη)



...ή σε αγγίζω Ιησού
ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου.

(«Μεγάλη Πέμπτη»)

της Μαγδαληνής... (Μ. Τετάρτη)



Δε μ’ άκουσες.
Άφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής
και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου
για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον...

(«Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες»)