14 Φεβ 2011

«Βουνά ερώτων...»

«…Οφείλει κανείς να ζει ένα πράγμα με την ένταση που του προκαλεί, κι ας βλάπτει το δεσμό αυτή η μονομερής ένταση. Κατά τη γνώμη μου, βλάπτεται ο δεσμός από το ότι το ένα μέρος παραπροσφέρει, παραπροσφέρεται, παρά είναι παράφορο. Αλλά είναι και τόσο απίθανο να συμπέσουν οι βαθμοί του αισθήματος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, παρά ενδεχομένως για μία μόνο στιγμή. Από εκεί και πέρα έχουμε χάσματα κι αυτό βοηθάει στο να μεγαλώνει το αίσθημα του ενός, να μικραίνει του άλλου, και να γίνεται αυτό το συναρπαστικό είτε παιχνίδι, είτε κυνηγητό, είτε μαρτύριο, αλλά οπωσδήποτε συναρπαστικό!

Τώρα, αν με ρωτήσετε από πού έχω βγάλει αυτά τα συμπεράσματα, και από πόσα όρη και βουνά ερώτων πέρασα κι ανεβοκατέβηκα, θα σας πω ελάχιστα... Αλλά έχω μια εμμονή με το θέμα και την αξία του, και το γεγονός ότι δεν το εξήντλησα, δεν το έζησα όσο έπρεπε, όσο το ήθελα κι όσο ήμουν προορισμένη ίσως να το ζήσω, μ’ έχει κάνει να αισθάνομαι ολίγον μελετήτρια του πράγματος σαν να έχω μία πείρα… Το απεσταγμένο κέρδος αυτής της ιστορίας, είναι του ενός ο βασανισμός. Εκεί έχω καταλήξει κι έχω ευφρανθεί κάμποσο από ένα τέτοιο βάσανο...».

Κική Δημουλά

10 Φεβ 2011

«Σκέψεις της Ιωάννας της Μοναχικής» (αιώνες μετά)

Άνοιξε τα χέρια της και είπε:
Δεν έχω καρδιά να σας δώσω.
Το σώμα μου στάχτη πυκνή σ’ ένα άδειο βάζο.
Όμως ελάτε
θα σας διδάξω την Απώλεια.

Πως χάνεσαι μόνη σου;
Μα δεν χρειάζεται εισιτήριο η επιστροφή.

Ο χρόνος δεν είχε αιτία να σταματήσει.
Ειρωνεύτηκε τα ασπροκάστανα μαλλιά της
και πήγε κι έκατσε βαρύς στ’ αριστερό της φτερό.
Έκτοτε εκείνη γέρνει προς τα δεξιά
να ισορροπήσει κάπως το διασκελισμό της μοναξιάς της.

Ήμουν κάποτε μια νότα
σ’ ένα φθαρμένο πεντάγραμμο -θυμήθηκε.
Κανείς δεν μ’ έκανε τραγούδι
αλλά εγώ δεν το έβαλα κάτω.
Τις νύχτες -αιώνες τώρα- μπαίνω
στ’ αυτιά των σκύλων
κι εκείνοι τρέχουν αμέσως να προστατέψουν
όσους αγάπησα.

Αυτό που ξέρω από σένα είναι
ένα βλέμμα που αδειάζει
κάθε φορά που φέρνω την κουβέντα στο αίμα μου.
Αυτό που ξέρεις από μένα
είναι ένας άνεμος που γελά σαν τρελός γύρω σου
και περιμένει να γυρίσεις την πλάτη
για να κοπάσει λίγο μέσα του την τρικυμία.
Θα μπορούσε να πει κανείς πως γνωριζόμαστε.

Πόση θάλασσα πια να φέρω; Πόσο ουρανό;
Κάποιος άλλος θα μ’ έδιωχνε και με λιγότερα.

Στο κάτω κάτω υπάρχει για όλους μας
ένα τοπίο φυγής
μια έρημος κι ένα σταυροδρόμι
Στάσου μια στιγμή να πάρω τσιγάρα
κι έρχομαι ν’ αναληφθούμε.

Ό,τι αγάπησα
καταγράφηκε επιτυχώς στις ετικέτες των ρούχων μου.
Έτσι κάθε φορά που ντύνομαι
φοράω κάποιον από εσάς.

Άνοιξε τα χέρια της και είπε:
Μου τα πήραν όλα:
τη δουλειά μου, την υγεία μου
τους απογόνους που δεν έκανα.
Κάτι τρίμματα από παλιά αντίδωρα
έχουν απομείνει στις παλάμες μου.
Όσα δεν φάνε τα πουλιά
ευχαρίστως να σας τα δώσω
να τα ρίχνετε στους δρόμους
για να επιστρέψετε σε μένα.
Σε μιαν άλλη ζωή.

Από το «Με λένε Θάνατο» της Στέλλας Βλαχογιάννη, εκδόσεις «Μετρονόμος»...

9 Φεβ 2011

Και στα Γιάννινα... «Μην παίζεις με τα χώματα»

Το θεατρικό έργο «Μην παίζεις με τα χώματα» της Στέλλας Βλαχογιάννη θα ανέβει στα Γιάννινα, στο Δημοτικό Θέατρο στα παλιά σφαγεία, στις 16 Μαρτίου.

Έναρξη στις 21.00, εισιτήριο 10 ευρώ.

Θα επανέλθουμε...

«Ο Τζον Τζον ζει»

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Στάμος Σέμσης και ο Νίκος Μωραΐτης συνεργάζονται για τη δημιουργία ενός δίσκου. Το καλοκαίρι του 2002 είχαν ξαναβρεθεί, με αφορμή τότε το άλμπουμ της Έλλης Πασπαλά «Σε ποιο Θεό να πιστέψω».

Και τώρα, οχτώ χρόνια μετά, οι δυο τους έγραψαν τη μουσική και τους στίχους στα καινούρια τραγούδια της Ανδριάνας Μπάμπαλη για το cd της «Ο Τζον Τζον ζει». Ακούγοντας τα τραγούδια, από το πρώτο ως το τελευταίο, νιώθεις ότι εδώ κάτι συμβαίνει. Κάτι που σε κερδίζει από την πρώτη ακρόαση και δε σε εγκαταλείπει όσες φορές κι αν ξανακούσεις το υλικό. Δε θέλω να προσδιορίσω αυτό το «κάτι». Μου αρκεί που το εισπράττω. Και με συν-κινεί. Κι αυτό δε συμβαίνει συχνά. Ο «Τζον Τζον» είναι ό,τι πιο ενδιαφέρον έχουμε ακούσει τελευταία. Μπράβο και στους τρεις!

Αν μιλούσα για τραγούδια, δύσκολα θα άφηνα έξω κάποιο. Όλα έχουν λόγο ύπαρξης στο cd: Η «Κούκλα σπασμένη», το «Περιπλανώμενο» (με ένα απόσπασμα από τον «Ικαριώτικο»), το «Άλογο» και πάνω απ’ όλα το εξαιρετικό «Ρεβόλβερ», tribute στον Almodovar, όπως αναφέρεται. Χωρίς ν’ αφήσω απ’ έξω τα «Πεύκα», το «Απόψε» του Δημήτρη Σέμση, όπου συνυπάρχει η φωνή της Μπάμπαλη με της Ελένης Τσαλιγοπούλου και, βέβαια, την «Ακρογιαλιά», που πρωτακούσαμε από την Έλλη Πασπαλά.

Ο Στάμος Σέμσης με τις μελωδίες του δημιουργεί μια ατμόσφαιρα στην οποία αξίζει να «κατοικήσεις». Τα τοπία της μουσικής του σε προκαλούν να γίνεις μέρος τους, να ταξιδέψεις εντός τους, να τα εξερευνήσεις. Μ’ αυτό το «περιβάλλον» των τραγουδιών, η φωνή της Μπάμπαλη βρίσκεται σε απόλυτη εναρμόνιση. Και η ίδια στην καλύτερη στιγμή της μέχρι τώρα δισκογραφικής παρουσίας της.

Απ’ την πλευρά του, ο Νίκος Μωραΐτης παρουσιάζεται εδώ διαφορετικός. Με τη γραφή του εκτίθεται αλλιώς. Με τρόπο ζηλευτό. Λες και περίμενε αυτή τη συνεργασία για να παρουσιάσει ένα στιχουργικό πρόσωπο που κρατάει κρυμμένο και που θα θέλαμε να το βλέπαμε συχνότερα… Δεν επιστρατεύει επιτηδευμένες ρίμες ή εύκολα ευρήματα για να αναγκάσει τον ακροατή να προσέξει ό,τι λέει. Οι στίχοι του στηρίζονται στην αλήθεια τους και μόνο σ’ αυτή, χωρίς να χρειάζονται άλλου είδους μέσα για να μας συναντήσουν. Θεωρώ ότι η δουλειά του Νίκου Μωραΐτη με το Στάμο Σέμση και την Ανδριάνα Μπάμπαλη στο cd «Ο «Τζον Τζον ζει» αποτελεί ένα κομβικό σημείο όχι μόνο για τη στιχουργία του, αλλά και για την εν γένει παρουσία του στο ελληνικό τραγούδι από δω και πέρα.

Υ. γ.
Οι δυο δημιουργοί αφιερώνουν το δίσκο, με όλη τους την αγάπη, στο Λευτέρη Παπαδόπουλο…

(Πρώτη δημοσίευση: «Music Corner»)

«Ο Aόρατος άνθρωπος»

Μετά το «Έξω» του 2007 κι ένα διπλό live cd με τις «Απίθανες περιπέτειές» του, ο Φοίβος Δεληβοριάς -ο τραγουδοποιός που ο Μάνος Χατζιδάκις μάς τον παρουσίασε το 1989 «υπεύθυνα κι από καρδιάς ως μια ζωντανή και πρωτότυπη παρουσία στο σύγχρονο “αληθινό” τραγούδι του τόπου μας»- παρουσίασε τα καινούργια του τραγούδια. Και μπορεί ο ίδιος στη νέα του δισκογραφική δουλειά να δηλώνει «Αόρατος άνθρωπος», τα τραγούδια του, όμως, μόνο… αόρατα δεν είναι.

Τα καινούργια τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά έχουν πράγματα να πούνε. Μιλάνε, όπως πάντα, για τη ζωή και τον έρωτα, αλλά αυτή τη φορά με ένα τρόπο εντελώς διαφορετικό. Δεν θα ήταν υπερβολή, αν λέγαμε, ότι ακούμε εδώ έναν άλλο Δεληβοριά. Αλλαγμένο και εξελιγμένο δημιουργικά σε όλα τα επίπεδα της τραγουδοποιΐας του: μουσικά, στιχουργικά, ενορχηστρωτικά, ερμηνευτικά. Χωρίς τις αναγνωρίσιμες «σταθερές» του και την «τριτοδεσμίτικη» ματιά του στα πράγματα. Δείχνει ότι μεγαλώνει και ωριμάζει καλλιτεχνικά με ησυχία, χωρίς πανικό, δουλεύοντας τα κομμάτια του μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια και αναζητώντας, πλέον, νέους δρόμους για να εκφραστεί. Το χρειαζόταν, αφού τα προηγούμενα χρόνια, από τον «Καθρέφτη» και μετά, ήταν φανερή η κόπωση και η στασιμότητα σε ό,τι επικοινωνούσε μαζί μας.

Δεν έχω να πω περισσότερα. Ακούστε οπωσδήποτε τα τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά στον «Αόρατο άνθρωπο». Όχι μόνο, επειδή πολλοί χαρακτήρισαν τον εν λόγω δίσκο ως έναν από τους καλύτερους και τους πιο ενδιαφέροντες της περασμένης χρονιάς. Επειδή τα συγκεκριμένα τραγούδια θα σας κερδίσουν και θα ακουμπήσουν την ψυχή σας…

Υ. γ.
Ευχάριστη έκπληξη αποτελεί η συμμετοχή της Αρλέτας, που ερμηνεύει το τραγούδι «Ωροσκόπιο». Ωραία στιγμή, ξεχωριστή, που προσθέτει πόντους στο δίσκο…

(Πρώτη δημοσίευση: «Music Corner»)

Στο «Μετρό»...

Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης και Μαρία Παπαγεωργίου
Live...

1 Φεβ 2011

«Ησυχία...»

«Ήθελα να ξαναβρώ κάτι που να με συγκινήσει, να μου πάρει το χέρι και να το βάλει πάνω σε μια σελίδα χαρτί. Όταν γράφεις πάρα πολλά πράγματα, αρχίζει πάνω σου μια διάκριση. Δεν θες να γράφεις για να γράφεις.
Παλιά αναρωτιόμουν γιατί σταματάνε όταν μεγαλώνουν οι άλλοι άνθρωποι. Έλεγα εγώ δεν θα σταματήσω ποτέ. Τώρα καταλαβαίνω ότι είναι κύκλοι αυτοί, κλείνει ένας και μέχρι να ανοίξει ο καινούργιος πρέπει να αντέξεις το ότι πιθανόν δεν θα ξαναγράψεις.
Πρέπει να δεις τι είναι αυτό που σου αρέσει, με ποιους μπορείς να ταιριάξεις, ίσως με νεότερους ανθρώπους, να ξανακάνεις ένα πάντρεμα. Τώρα πια νομίζω ότι έχω μέσα μου μια ησυχία ώστε να επιτρέψω στον εαυτό μου να σκεφτεί το καινούργιο όνειρο και λίγο λίγο να το κάνω πραγματικότητα».

(Λίνα Νικολακοπούλου,
από τη «LIFO»)

26 Ιαν 2011

Οι δέκα του «10»

Σας το χρωστούσα!

Οι δέκα δίσκοι (χωρίς αξιολογική σειρά κατάταξης) που θα κρατήσουμε από την παραγωγή της χρονιάς που έφυγε:

«Εισιτήρια διπλά» (Νατάσσα Μποφίλιου)
Για τη μνήμη που παραμένει ζωντανή…
Και για τα εκείνα ταξίδια μας, που συνεχώς προγραμματίζονται και διαρκώς αναβάλλονται…

«Ο Τζον Τζον ζει» (Ανδριάνα Μπάμπαλη)
Για τη χαρά που μου έδωσε η ακρόαση των τραγουδιών του δίσκου…Ό,τι πιο ενδιαφέρον και αγαπησιάρικο άκουσα τελευταία…

«Όμορφοι και ηττημένοι» (Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης & Μαρία Παπαγεωργίου)
Για τη χαρά της πρώτης «χειραψίας» μας με τη Μαρία στην πρώτη της ολοκληρωμένη δισκογραφική παρουσία…
Για την αλήθεια των τραγουδιών του Αλέξανδρου…
Και για τους «Θεατρίνους»…

«Καβάφης» (Λένα Πλάτωνος)
Για το τολμηρόν του εγχειρήματος -δεν είναι εύκολο να καταπιάνεται κανείς με την ποίηση του Αλεξανδρινού…
Έστω κι αν αυτή τη φορά η εργασία της Πλάτωνος, με τα 13 τραγούδια της σε ποίηση Καβάφη, δεν με συγκίνησε… Μου άφησε το αίσθημα μιας ανολοκλήρωτης συνάντησης…

«Χελιδών ηδομένη» (Χρήστος Λεοντής)
Για το «ευφρόσυνο» των τραγουδιών του…
Και γιατί ο Λεοντής εξακολουθεί, δεκαετίες τώρα, να δίνει δημιουργικά το παρόν του…

«Αόρατος άνθρωπος» (Φοίβος Δεληβοριάς)
Γιατί δείχνει ότι ο τραγουδοποιός μεγάλωσε στην ώρα του…
Και για το τραγούδι του «Ωροσκόπιο» με τη φωνή της Αρλέτας…

«Demo» (Αρλέτα)
Γιατί είναι ωραία που ξανάρθε, εκεί που δεν την περιμέναμε…

«Έμαθε η καρδιά» (Δήμητρα Παπίου)
Γιατί έμαθε η καρδιά μας πως γράφονται και σήμερα τραγούδια που τραγουδιούνται…

«Exit» (Monika)
Για το ότι πέτυχε να κερδίσει και τη μάχη της δεύτερης φοράς…


«Αυτό το πλοίο που όλο φτάνει» (Παύλος Παυλίδης)
Για τη μελωδική «βόλτα με ποδήλατο» που μας χαρίζουν τα τραγούδια του…

31 Δεκ 2010

Καλή χρονιά!

«Ο χρόνος. Μακρύς. Αναρίθμητος και ταχυδακτυλουργός μέγας. Εντυπωσιακό το νούμερο όπου κλείνει τη μόνιμη συνεργάτιδά του, τη φθορά, σ' ένα ξύλινο μπαούλο. Πειστικά την πριονίζει κάθετα από πάνω έως κάτω, περιμένεις, εύχεσαι να τη δεις κομμένη στα δύο. Αλλά εκείνη βγαίνει σώα, χαμογελαστή υποκλίνεται, την αποθεώνουν τα χειροκροτήματα. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, ο βίος είναι ένα παρατεταμένο ενθουσιώδες χειροκρότημα σε ό,τι τον πριονίζει, σε ό,τι τον φθείρει».

Παν εφήμερον. Λήθη επομένως. Μούσα των ενοχών μας…».

(Κική Δημουλά - «Ο φιλοπαίγμων μύθος»)

25 Δεκ 2010

Ο Καβάφης

Στους νέους Αλεξανδρείς

Πλην ένα πράγμα με χαράν στο νου μου πάντα βάζω,
που στη μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσίν των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμαι εγώ εκεί
απ’ ταις πολλαίς μονάδες μία. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης δεν συναριθμείται πράγματι μέσα στα πέντε εκατομμύρια κατοίκους της σημερινής Αλεξάνδρειας. Το ορατό πρόσωπο αυτού του πληθυσμού είναι η φτώχεια· μια φτώχεια φαινομενικά αμέριμνη και χαμογελαστή· μια φτώχεια, που κατακλύζει τους δρόμους, που απλώνει τα «λάβαρά» της στα μπαλκόνια, φαιδρύνοντας τις γερασμένες προσόψεις των ωραίων άλλοτε κτιρίων.

Μισοερειπωμένα, λεπρά, χαίνοντα, τα μεγαλοπρεπή εκλεκτικά μέγαρα, οι κομψές επαύλεις στεγάζουν ένα πληθυσμό αλλότριο, που μοιάζει να τα χρησιμοποιεί χωρίς να τα καταλαβαίνει. Το ίδιο αίσθημα δοκίμασα άλλοτε και στις παλιές ελληνικές συνοικίες της Πόλης, στο Φανάρι. Αστυφιλία και δημογραφική έκρηξη, μαζική μετακίνηση αγροτικών πληθυσμών στα αστικά κέντρα ορίζουν τώρα τη φυσιογνωμία των πόλεων της Αιγύπτου. Αλλά ενώ στο Κάιρο ο λαός αυτός κινείται σε οικείο χώρο, εδώ μοιάζει έπηλυς μέσα στο μεγάλο κοσμοπολίτικο λιμάνι της Μεσογείου, που διατηρεί ακόμη δυνατό άρωμα μνήμης από το ένδοξο παρελθόν.

Μέσα σ’ αυτό το άρωμα μπορείς ακόμη να συναντήσεις τον Kαβάφη. Το καβαφικό προσκύνημα επιβάλλεται να ξεκινήσει από το διαμέρισμα της οδού Λέψιους, που σήμερα λειτουργεί ως Μουσείο με τη φροντίδα του «Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού». Μέσα στο ημίφως, που ανακαλεί την προσφιλή ατμόσφαιρα του ποιητή, διακρίνεις τα λιγοστά έπιπλα – που δεν είναι άλλωστε αυθεντικά, αλλά ανήκουν στο ύφος και στην εποχή των παλαιών εκείνων: «Επιπλωμένο χωρίς αξιώσεις για το ρυθμό, χωρίς πίνακες αξίας ολόγυρα, ήταν ένα από εκείνα τα μελαγχολικά διαμερίσματα όπου λείπει η γυναίκα», θυμάται ο φίλος του ποιητή Ατανάζιο Κατράρο που τον είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά το 1918. «Λείπει η γυναίκα;» μόνο μια γυναίκα είχε το δικαίωμα να παραβιάσει αυτό το άβατο: Η Χαρίκλεια Φωτιάδη, η Κωνσταντινοπολίτισσα μητέρα του ποιητή. Η φωτογραφία της, λίγο πιο χλωμή από τα χρόνια, στολίζει ακόμη τον τοίχο του σαλονιού.

Το σπίτι μας φαίνεται γνώριμο από την πολλή συνάφεια με τον κλειστό κόσμο της καβαφικής μούσας:
«Α, η κάμαρη αυτή, τι γνώριμη που είναι
κοντά στην πόρτα εδώ ο καναπές,
κι εμπρός του ένα τουρκικό χαλί
σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα.
Δεξιά· όχι, αντικρύ, ένα ντουλάπι με καθρέπτη.
Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε·
κ’ οι τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεβάτι
που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεβάτι·
ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ως τα μισά».

Οι αληθινοί ένοικοι αυτού του σιωπηλού διαμερίσματος είναι οι ωραίοι νέοι της καβαφικής ποίησης· τα σώματα του έρωτα τα ερατεινά, τα «ινδάλματα της ηδονής» τα αμάραντα: Ο Ιασής, ο Λεύκιος, ο Λάνης, ο Ευρίων, ο Έμης. Αλήθεια, γιατί τόσοι τάφοι «φημισμένων για εμορφιά» εφήβων, που «μεγάλως αγαπήθηκαν», μέσα στη καβαφική τοπογραφία;

Νομίζω την απάντηση τη δίνουν οι ίδιοι οι στίχοι. Αυτές οι «θανατογραφίες» παγιδεύουν το χρόνο, αναχαιτίζουν τη φθορά, ανήκουν στα τεχνάσματα και στους μηχανισμούς της μνήμης, ζωοδόχου πηγής της ποίησης του Καβάφη: «Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών, που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα». Αιχμάλωτοι του χρόνου, αειθαλείς, οι ιδανικοί νέοι του Καβάφη, «σαν σώματα ωραία που δεν εγέρασαν, και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό», μετατίθενται έτσι στο βασίλειο της μνήμης, απ’ όπου μπορεί να τους ανακαλεί «ρεμβαστικά» κατ’ επιθυμίαν και βούλησιν.
«Ο Λάνης που αγάπησες εδώ δεν είναι, Μάρκε,
στον τάφο που έρχεσαι και κλαις, και μένεις ώρες και ώρες.
Τον Λάνη που αγάπησες τον έχεις πιο κοντά σου
στο σπίτι σου όταν κλείεσαι και βλέπεις την εικόνα».

Όταν δεν πεθαίνουν οι ηδονικοί έφηβοι, φεύγουν μακριά, όπως ο νέος «με τα ωραία γκρίζα μάτια» σαν «οπάλιο». «Θ’ ασχήμισαν -αν ζει- τα γκρίζα μάτια· θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο. Μνήμη μου, φύλαξέ τα, συ ως ήσαν».

Η παρέκκλισή του, το πάθος του οδηγούσε τον Καβάφη να βλέπει τους νέους σαν την άφθαρτη εικόνα της νεότητας· από το είδος, την εξατομικευμένη περίπτωση, αναγόταν στο γένος. Γι’ αυτό οι προσωπογραφίες, οι σωματογραφίες των καβαφικών νέων συνθέτουν τελικά ένα και μόνο ιδανικό πορτρέτο, όπως στα Φαγιούμ ή στη ζωγραφική του Τσαρούχη.

Το διαμέρισμα της οδού Λέψιους αντίκριζε άλλοτε το νοσοκομείο της ελληνικής κοινότητας, γειτόνευε με την κακόφημη συνοικία της Αλεξάνδρειας, ενώ βρισκόταν πλάι στους κεντρικούς και πολυθόρυβους δρόμους της αγοράς, των τραπεζών, των ταξιδιωτικών γραφείων. Βγαίνοντας στο μπαλκόνι, ο ποιητής αγκάλιαζε με το βλέμμα την «αγαπημένη πολιτεία», «την κίνηση του δρόμου και των μαγαζιών». Κατεβήκαμε παραζαλισμένοι από το άξαφνο και πυρωμένο φως στους «δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι, κέντρα γεμάτα κίνηση που τέλεψαν, και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά», όπως προφήτευε ο ποιητής το 1918...

Απόσπασμα από το κείμενο «Η Αλεξάνδρεια του Καβάφη» της Μαρίνας Λαμπράκη - Πλάκα, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο «ΒΗΜΑ» στις 29 Μαΐου 1994 και το βρήκα -ανήμερα Χριστούγεννα- αναδημοσιευμένο στο www.aixmi.gr