11 Οκτ 2009
Ελευθερία Αρβανιτάκη, «Όλα τα πήρε το καλοκαίρι»
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Δίσκος: «Τραγούδια για τους μήνες»
Γιάννης Παλαμίδας, «Το κοπερτί»
Μουσική: Λένα Πλάτωνος
Στίχοι: Μαριανίνα Κριεζή
Δίσκος: «Σαμποτάζ»
«…“Το κοπερτί, το κοπερτί τάπι τάπι ρούσι” είναι ένα παιδικό παιχνίδι, που τα παιδιά κάνουν έναν κύκλο και στο τέλος κάθε γύρου αποχωρεί και ένα. Αυτό το παιχνίδι έφερνε μια μελαγχολία στη Μαριανίνα και ήθελε να το κάνει τραγούδι. Έτσι το “Κοπερτί” μεταφέρθηκε νοηματικά στο πως μας αποχαιρετάνε αγαπημένα πρόσωπα ένα - ένα και φεύγουν από τη ζωή».
(Λένα Πλάτωνος)
5 Οκτ 2009
Το τραγούδι...
Από ζωντανή ηχογράφηση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών... Στην παράσταση της Άλκηστης Πρωτοψάλτη "Τα παραμύθια μιας φωνής"...
4 Οκτ 2009
«Να ταξιδεύω, να κάνω έρωτα και να γράφω»
(Από τη σημερινή «Ελευθεροτυπία»)
Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1927 και δολοφονήθηκε το 1988 κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, κάνοντας στο μεσοδιάστημα ομολογημένα «γκελ με την άβυσσο» και προικίζοντας τα ελληνικά γράμματα μ' ένα έπος για τους μικροαστούς.
Χείμαρρος λόγου κι ελευθεριότητας, αντικομφορμιστής αλλά κι ονειροπαρμένος, πρίγκιπας των σαλονιών και εκδιδόμενος ως τραβεστί στη Συγγρού ταυτόχρονα, πέρασε στις συνειδήσεις μας -κι ας ενοχλούνταν σφόδρα γι' αυτό- ως συγγραφέας του ενός βιβλίου.
Κι είναι ακριβώς το «Τρίτο στεφάνι» του, έργο μυθικό για τη μεταπολεμική μας πεζογραφία, που, με την επανέκδοσή του από τον «Γαβριηλίδη» και με τη θεατρική του μεταφορά από τους Θανάση Νιάρχο και Σταμάτη Φασουλή, δίνει ξανά την αφορμή για να σταθούμε στην περίπτωσή του.
Η διαδρομή του απλώνεται διεξοδικά στη μοναδική ως τώρα βιογραφία του, γραμμένη από τον εξ' Αυστραλίας νεοελληνιστή Γιάννη Βασιλακάκο («Η αθέατη πλευρά της σελήνης», εκδ. «Ηλέκτρα»). Γιος ενός αλκοολικού χωρίς πυγμή και μιας ατίθασης, μικροπαντρεμένης κοκέτας, ο Ταχτσής βρέθηκε απ' τα μικράτα του μέσα σε μια διαλυμένη οικογένεια και ανατράφηκε από μια σχεδόν ερωτευμένη με τ' αγόρια γιαγιά που ενθάρρυνε εντός του τους σπόρους μιας ενοχικής ομοφυλοφιλίας. Στην Αθήνα από τα επτά του και περιστοιχισμένος από θηλυκά σ' ένα σπιτικό που τρανταζόταν καθημερινά από ομηρικούς καβγάδες, υπήρξε έφηβος που διάβαζε μανιωδώς εξωσχολικά, σύχναζε στο θέατρο και τον κινηματογράφο, ζωγράφιζε καλά και μάθαινε μ' ευκολία ξένες γλώσσες.
Αλωνίζοντας τον κόσμο
Στη Νομική πέρασε, αλλά δεν την τέλειωσε. Στα καλλιτεχνικά στέκια που σύχναζε ήταν μάλλον αντιπαθής με την εριστικότητά του και οι ποιητικές του απόπειρες («Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν», «Καφενείο το Βυζάντιο») δεν έκλεψαν διόλου τις εντυπώσεις. Για το σινάφι, ο νεαρός Ταχτσής ήταν «νούμερο».
Ο ίδιος, πάντως, ήξερε τι λαχταρούσε: «Να ταξιδέψω, να κάνω έρωτα και να γράψω». Άφησε λοιπόν πίσω του τη συντηρητική, μετεμφυλιακή Ελλάδα και μεταξύ 1954 - 1964 αλώνισε στην Αυστραλία, την Αφρική, την Ευρώπη, την Αμερική, κάνοντας του κόσμου τις δουλειές - μεταφορέας, ξεναγός, υπάλληλος σε τράπεζα, ώς και τσατσά σε μπουρδέλο του Χάρλεμ, λένε κάποιοι. Παράλληλα δε, εργαζόταν πάνω στο έργο που κυοφορούσε πριν ακόμα ξενιτευτεί, το εν πολλοίς βιωματικό «Τρίτο στεφάνι».
Από το '62, ωστόσο, που το τύπωσε με δικά του έξοδα ο Ταχτσής, μέχρι να συναντηθεί το μυθιστόρημα με το πολυπληθές κοινό του, χρειάστηκε να περάσουν δέκα άγονα χρόνια. Όπως ομολογεί ο Μένης Κουμανταρέας προλογίζοντας τη φετινή επανέκδοση του βιβλίου, φέρει κι ο ίδιος γι' αυτό ένα μερίδιο ευθύνης: κατά το βραχύβιο πέρασμά του από τη «Μεσημβρινή» αποθάρρυνε την Ελένη Βλάχου να δημοσιεύσει το μυθιστόρημα σε συνέχειες, θεωρώντας ότι οι αναγνώστες της εφημερίδας θα σοκαριστούν τόσο από το διάχυτο ομοφυλοφιλικό πνεύμα του όσο κι από τον λαϊκό οίστρο των πρωταγωνιστριών του.
Και πράγματι. Οι πρώτες κριτικές αποτιμήσεις γι' αυτόν τον ωκεανό των συνειρμικών διαλόγων μεταξύ Νίνας και Εκάβης, με φόντο τις εθνικές μας περιπέτειες απ' τις αρχές ως τα μέσα του 20ού αιώνα, ήταν απαξιωτικές. Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Κοτζιά, το υλικό του Ταχτσή «ξεγλιστράει αμετουσίωτο ανάμεσα από τα δάχτυλά του, έτσι που στο τέλος καταντάει το κυριακάτικο γιουβέτσι και τα μπουγαδόνερα της συνοικιακής αυλής να προσδιορίζουν με τη μυρωδιά τους και το ύψος από το οποίο αντικρίζει την οικουμένη ο συγγραφέας». Ένα «ακατάπαυστο κουτσομπολιό ανάμεσα σε μπουγαδόνερα», θεώρησε το βιβλίο και η Ελλη Αλεξίου, παραγνωρίζοντας με τη σειρά της την μέγιστή του αρετή, τη γλώσσα που ήταν γραμμένο.
Μέσα απ' τις χουντικές φυλακές άρχισε να γίνεται γνωστό το «Τρίτο στεφάνι», υποστήριζε ο Ταχτσής, χάρη στις γυναίκες των πολιτικών κρατουμένων που αναζητούσαν ευχάριστα βιβλία για τους άντρες τους... «Ακόμα πιο φανατικοί αναγνώστες μου έγιναν οι μπάτσοι» είχε πει σε συνέντευξή του στη «Λέξη»:
«Όταν με πρωτοκάλεσαν στη Γενική Ασφάλεια για μια αντιδικτατορική μου ενέργεια, χάρισα από ένα αντίτυπο σε δυο τρεις για να μάθουνε ποιος είμαι. Τους άρεσα, κι από τότε, κάθε φορά που μ' έπιαναν για πολιτικούς ή άλλους λόγους, μου το ζητούσανε επίμονα».
Σήμερα πια κανείς σχεδόν δεν το αρνείται: Εκείνο που χρωστάμε στον Ταχτσή είναι το γλωσσικό ιδίωμα των ηρωίδων του. Αντλώντας από πρωτοπόρες αφηγηματικές τεχνικές, σαν αυτές που καλλιέργησαν η Γουλφ και ο Τζόις, «ήταν ο πρώτος που έκανε ύφος τη γλώσσα των μικροαστών», όπως τονίζει ο Κουμανταρέας, κρατώντας αποστάσεις από τη «δικτατορία της καλλιέπειας και της φιλολογίας».
Κι αυτή η αμεσότητα της γραφής του -καρπός επίπονης επεξεργασίας- ήταν που στάθηκε αποφασιστική για τους νεότερους συγγραφείς, επιτρέποντάς τους να χρησιμοποιούν μια προφορικότητα προσαρμοσμένη στην ηλικία και την εποχή τους.
Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1927 και δολοφονήθηκε το 1988 κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, κάνοντας στο μεσοδιάστημα ομολογημένα «γκελ με την άβυσσο» και προικίζοντας τα ελληνικά γράμματα μ' ένα έπος για τους μικροαστούς.
Χείμαρρος λόγου κι ελευθεριότητας, αντικομφορμιστής αλλά κι ονειροπαρμένος, πρίγκιπας των σαλονιών και εκδιδόμενος ως τραβεστί στη Συγγρού ταυτόχρονα, πέρασε στις συνειδήσεις μας -κι ας ενοχλούνταν σφόδρα γι' αυτό- ως συγγραφέας του ενός βιβλίου.
Κι είναι ακριβώς το «Τρίτο στεφάνι» του, έργο μυθικό για τη μεταπολεμική μας πεζογραφία, που, με την επανέκδοσή του από τον «Γαβριηλίδη» και με τη θεατρική του μεταφορά από τους Θανάση Νιάρχο και Σταμάτη Φασουλή, δίνει ξανά την αφορμή για να σταθούμε στην περίπτωσή του.
Η διαδρομή του απλώνεται διεξοδικά στη μοναδική ως τώρα βιογραφία του, γραμμένη από τον εξ' Αυστραλίας νεοελληνιστή Γιάννη Βασιλακάκο («Η αθέατη πλευρά της σελήνης», εκδ. «Ηλέκτρα»). Γιος ενός αλκοολικού χωρίς πυγμή και μιας ατίθασης, μικροπαντρεμένης κοκέτας, ο Ταχτσής βρέθηκε απ' τα μικράτα του μέσα σε μια διαλυμένη οικογένεια και ανατράφηκε από μια σχεδόν ερωτευμένη με τ' αγόρια γιαγιά που ενθάρρυνε εντός του τους σπόρους μιας ενοχικής ομοφυλοφιλίας. Στην Αθήνα από τα επτά του και περιστοιχισμένος από θηλυκά σ' ένα σπιτικό που τρανταζόταν καθημερινά από ομηρικούς καβγάδες, υπήρξε έφηβος που διάβαζε μανιωδώς εξωσχολικά, σύχναζε στο θέατρο και τον κινηματογράφο, ζωγράφιζε καλά και μάθαινε μ' ευκολία ξένες γλώσσες.
Αλωνίζοντας τον κόσμο
Στη Νομική πέρασε, αλλά δεν την τέλειωσε. Στα καλλιτεχνικά στέκια που σύχναζε ήταν μάλλον αντιπαθής με την εριστικότητά του και οι ποιητικές του απόπειρες («Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν», «Καφενείο το Βυζάντιο») δεν έκλεψαν διόλου τις εντυπώσεις. Για το σινάφι, ο νεαρός Ταχτσής ήταν «νούμερο».
Ο ίδιος, πάντως, ήξερε τι λαχταρούσε: «Να ταξιδέψω, να κάνω έρωτα και να γράψω». Άφησε λοιπόν πίσω του τη συντηρητική, μετεμφυλιακή Ελλάδα και μεταξύ 1954 - 1964 αλώνισε στην Αυστραλία, την Αφρική, την Ευρώπη, την Αμερική, κάνοντας του κόσμου τις δουλειές - μεταφορέας, ξεναγός, υπάλληλος σε τράπεζα, ώς και τσατσά σε μπουρδέλο του Χάρλεμ, λένε κάποιοι. Παράλληλα δε, εργαζόταν πάνω στο έργο που κυοφορούσε πριν ακόμα ξενιτευτεί, το εν πολλοίς βιωματικό «Τρίτο στεφάνι».
Από το '62, ωστόσο, που το τύπωσε με δικά του έξοδα ο Ταχτσής, μέχρι να συναντηθεί το μυθιστόρημα με το πολυπληθές κοινό του, χρειάστηκε να περάσουν δέκα άγονα χρόνια. Όπως ομολογεί ο Μένης Κουμανταρέας προλογίζοντας τη φετινή επανέκδοση του βιβλίου, φέρει κι ο ίδιος γι' αυτό ένα μερίδιο ευθύνης: κατά το βραχύβιο πέρασμά του από τη «Μεσημβρινή» αποθάρρυνε την Ελένη Βλάχου να δημοσιεύσει το μυθιστόρημα σε συνέχειες, θεωρώντας ότι οι αναγνώστες της εφημερίδας θα σοκαριστούν τόσο από το διάχυτο ομοφυλοφιλικό πνεύμα του όσο κι από τον λαϊκό οίστρο των πρωταγωνιστριών του.
Και πράγματι. Οι πρώτες κριτικές αποτιμήσεις γι' αυτόν τον ωκεανό των συνειρμικών διαλόγων μεταξύ Νίνας και Εκάβης, με φόντο τις εθνικές μας περιπέτειες απ' τις αρχές ως τα μέσα του 20ού αιώνα, ήταν απαξιωτικές. Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Κοτζιά, το υλικό του Ταχτσή «ξεγλιστράει αμετουσίωτο ανάμεσα από τα δάχτυλά του, έτσι που στο τέλος καταντάει το κυριακάτικο γιουβέτσι και τα μπουγαδόνερα της συνοικιακής αυλής να προσδιορίζουν με τη μυρωδιά τους και το ύψος από το οποίο αντικρίζει την οικουμένη ο συγγραφέας». Ένα «ακατάπαυστο κουτσομπολιό ανάμεσα σε μπουγαδόνερα», θεώρησε το βιβλίο και η Ελλη Αλεξίου, παραγνωρίζοντας με τη σειρά της την μέγιστή του αρετή, τη γλώσσα που ήταν γραμμένο.
Μέσα απ' τις χουντικές φυλακές άρχισε να γίνεται γνωστό το «Τρίτο στεφάνι», υποστήριζε ο Ταχτσής, χάρη στις γυναίκες των πολιτικών κρατουμένων που αναζητούσαν ευχάριστα βιβλία για τους άντρες τους... «Ακόμα πιο φανατικοί αναγνώστες μου έγιναν οι μπάτσοι» είχε πει σε συνέντευξή του στη «Λέξη»:
«Όταν με πρωτοκάλεσαν στη Γενική Ασφάλεια για μια αντιδικτατορική μου ενέργεια, χάρισα από ένα αντίτυπο σε δυο τρεις για να μάθουνε ποιος είμαι. Τους άρεσα, κι από τότε, κάθε φορά που μ' έπιαναν για πολιτικούς ή άλλους λόγους, μου το ζητούσανε επίμονα».
Σήμερα πια κανείς σχεδόν δεν το αρνείται: Εκείνο που χρωστάμε στον Ταχτσή είναι το γλωσσικό ιδίωμα των ηρωίδων του. Αντλώντας από πρωτοπόρες αφηγηματικές τεχνικές, σαν αυτές που καλλιέργησαν η Γουλφ και ο Τζόις, «ήταν ο πρώτος που έκανε ύφος τη γλώσσα των μικροαστών», όπως τονίζει ο Κουμανταρέας, κρατώντας αποστάσεις από τη «δικτατορία της καλλιέπειας και της φιλολογίας».
Κι αυτή η αμεσότητα της γραφής του -καρπός επίπονης επεξεργασίας- ήταν που στάθηκε αποφασιστική για τους νεότερους συγγραφείς, επιτρέποντάς τους να χρησιμοποιούν μια προφορικότητα προσαρμοσμένη στην ηλικία και την εποχή τους.
3 Οκτ 2009
«Σαμποτάζ» στο... «Παλλάς»
28 χρόνια μετά, η Λένα Πλάτωνος παρουσιάζει τα 13 τραγούδια του «Σαμποτάζ» -σε στίχους Μαριανίνας Κριεζή- και άλλα από τη μουσική και στιχουργική της δημιουργία…Στο «Παλλάς», στις 20 Οκτωβρίου…
Μαζί της η Σαββίνα Γιαννάτου και ο Γιάννης Παλαμίδας…
Info:
Παλλάς, 20/10, 21.00, Προπώληση εισιτηρίων: Βουκουρεστίου 5, Αθήνα, Τηλ.: 210 - 3213100, Ημέρες και ώρες λειτουργίας ταμείων: Δευτέρα έως Σάββατο 9.00 - 20.00 και τις Κυριακές 12.00 - 20.00, Με πιστωτική κάρτα: 210 81 0 81 81, Κρατήσεις μέσω Internet: www.ellthea.gr. Τιμές εισιτηρίων: 25, 35, 45, 50, 60,70, 80, 90€.
Η Ελένη Βιτάλη στο ραδιόφωνο…
Η Ελένη Βιτάλη, για πρώτη φορά, παρουσιάζει τη δική της ραδιοφωνική εκπομπή... Κάθε Δευτέρα 23:00 - 00:00, με τίτλο «Ιστορίες μιας ζωής άλλης», στο ανανεωμένο πρόγραμμα του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος (89,5), που μπορεί ν’ ακούσει κανείς σε όλη την Ελλάδα μέσα από τα fm, αλλά και από το διαδίκτυο…
Η αγάπη...
«...Είναι εξάρτηση να περιμένεις από τους άλλους να σου χαρίσουν την αγάπη. Η αγάπη όντως είναι η μεγάλη πλήρωση της ύπαρξης, αλλά μόνο όταν πρόκειται για αγάπη που δίνεις. Όσο κι αν αγαπιέσαι, το ανικανοποίητο θα επιμένει ζοφώδες στην καρδιά, αν αυτή η καρδιά δεν μπορεί να αγαπήσει. Γεμίζουμε μονάχα απ’ την αγάπη που εμείς δίνουμε, από την πίστη που ασκούμε, από όσα δικά μας χαρίζουμε. Ακόμη κι η ψυχή δια της απωλείας της κερδίζεται.Είναι μοίρα ή ελεύθερη επιλογή η ικανότητά μας στο συναίσθημα; Πρέπει να είναι ελεύθερη επιλογή, γι’ αυτό και η καρδιά είναι διαρκώς θυμωμένη με τον μίζερο εαυτό μας που τη στενεύει. Κι αν είναι δύσκολο να βρίσκουμε αγάπες, είναι πολύ πιο δύσκολο να αγαπάμε. Προϋποθέτει μεταστροφή της εγωιστικά εκπαιδευμένης προσωπικότητάς μας κάτι τέτοιο. Όσο την αρνούμαστε τη μεταμόρφωση, η επιδημία της ανίας και της κατάθλιψης εξαπλώνεται, σαν φάντασμα στοιχειώνει τη ζωή μας...».
Μάρω Βαμβουνάκη
29 Σεπ 2009
Μια συνέντευξη της Σπεράντζας...
Του Θοδωρή ΑντωνόπουλουΗ Σπεράντζα είναι ένα κινούμενο "θέλω". Μια γυναίκα που απέδειξε με τη ζωή της ότι η Επιθυμία αλλά και η Δύναμη (να είσαι γνήσιος και εντάξει με τον εαυτό σου, να μην κρύβεσαι, να είσαι εσύ) είναι γένους θηλυκού. Η θρυλική μόρτισσα του ελληνικού σινεμά σίγουρα δεν είναι «του Μπάκιγχαμ», όπως σαρκάζει. Ευτυχώς.
Υπήρξε σταρ. Θεογκόμενα. Αθυρόστομη. Αδερφομάνα. Πληθωρική στις επιθυμίες της και γενναία στη διεκδίκησή τους. Δεν υπήρξε θέλω της που δεν το ικανοποίησε: από τα μπουλούκια που δεν δίστασε να βγει μέχρι το να γίνει συγγραφέας ή να δοκιμάσει να γίνει ζωγράφος...
Σπεράντζα, όπως Ελπίδα. Ένας ζωντανός θρύλος της χρυσής εποχής της επιθεώρησης. Όταν κεντούσε στη σκηνή πλάι στον Ρίζο, τον Μαυρέα, τη Νέζερ, τον Αυλωνίτη, τη Ρένα Ντορ, την Μπέμπα Δόξα, τον Σταυρίδη, ήμουν αγέννητος. Όταν έπαιξε στην «Κάλπικη Λίρα» τη συμπαθέστερη πόρνη του ελληνικού σινεμά, μαθητής. Έτσι ξανάνιωσα όταν βρέθηκα απέναντί της, κι ας κοντεύω πια σαράντα.
Τι πραγματεύεται το τελευταίο σας βιβλίο, το «Έλα Καλέ, Τώρααα!»;
Τις αναμνήσεις και τις απόψεις μου γύρω από την τελευταία εικοσαετία. Αισθάνομαι, ξέρεις, ότι έχω ζήσει τρεις ζωές. Η πρώτη ήταν ώσπου ορφάνεψα -νωρίς νωρίς. Η δεύτερη στο θέατρο. Η τρίτη είναι η ζωή μετά το θέατρο, οπότε πλέον αφοσιώθηκα στη συγγραφή και ανακάλυψα μια πραγματικότητα που μέχρι τότε αγνοούσα.
Τι ήταν το θέατρο για σας;
Ένα ασίγαστο πάθος. Ένας φλογερός εραστής που, έτσι και σε αρπάξει στα μπράτσα του και σε αγκαλιάσει σφικτά, δεν θες τίποτε άλλο. Ζεις για τον οργασμό τού «μπράβο».
Σήμερα για τι ζείτε;
Σήμερα ζούμε όλοι μας την εποχή του Μεγάλου Αυνανισμού. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Τη σημερινή σόου μπίζνες πώς την κρίνετε;
Άγριο πράγμα. Στην εποχή μου ουδέποτε ηθοποιός έβαζε τρικλοποδιά σε άλλον. Ήταν τόσο δυνατοί οι θεατρίνοι που δεν χρειαζόταν. Εντάξει, γίνονταν στραβές, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό.
Είσαστε πάντοτε ειλικρινής;
Απολύτως. Σε όλες μου τις σχέσεις, φιλικές ή ερωτικές. Ψέματα θα έλεγα μόνο αν επρόκειτο για ζήτημα ζωής και θανάτου.Ωστόσο, όταν ξέρεις πως μια αλήθεια θα πληγώσει πολύ τον αποδέκτη της, είναι προτιμότερο να τον αφήσεις στο ψέμα του.
Θα συγχωρούσατε στον άντρα σας μια απιστία;
Ουδέποτε. Ούτε κι εκείνος φυσικά. Ξέραμε και οι δυο μας πότε να λέμε στοπ στους πειρασμούς. Μα ρε πούστη, να έχεις τον Θεό και να κοιτάς τους αγίους;
Είστε λοιπόν κατά της εναλλαγής συντρόφων. Λόγοι ηθικής;
Μοιάζω πουριτανή; Απλώς εμένα δεν θα μου το επέτρεπε ποτέ η αγάπη που τρέφω προς τον σύντροφό μου. Η απιστία πικραίνει θύμα και θύτη, ρε γαμώ το! Ενθουσιαζόμαστε με κάποιον τρίτο και φανταζόμαστε πως θα μας πάει στον παράδεισο. Αλλά φτάνοντας εκεί αντικρίζουμε έναν κηπάκο δίχως ένα έστω ωραίο λουλουδάκι...
Υπήρξατε πολύ ανεξάρτητη γυναίκα. Πώς τα καταφέρατε;
Ορφάνεψα μικρή και έτσι δεν είχα να δώσω λογαριασμό πουθενά. Έπαιρνα τη ζωή όπως μου ερχόταν. Γλεντούσα όπως μου άρεσε. Το σεξ ήταν κάτι σαν φαγητό για μένα -και πείναγα πολύ συχνά... Ποτέ όμως δεν έκανα πορνεία, ούτε ξεπέτες -αν εξαιρέσω μία χάριν ενός γοητευτικού νεαρού θαυμαστή μου.
Πόσο διέφερε το φλερτ, οι σχέσεις εκείνα τα χρόνια;
Υπήρχε ακόμα ρομαντισμός. Υπήρχε η διαφορά αρσενικού -θηλυκού. Τα αγόρια ήταν κυνηγοί, τα κορίτσια είχαν μια φυσική αιδημοσύνη.
Δεν υπάρχει ισότης, νεαρέ μου! Στα δικαιώματα ναι, στις δουλειές και στον έρωτα όμως όχι. Πολλές γυναίκες το έχουν παρεξηγήσει το θέμα. Να μαγειρεύει και ο άντρας αλλά για χόμπι, όχι γιατί έτσι πρέπει. Να οδηγεί η γυναίκα, αλλά όχι νταλίκα!
Πιστεύετε λοιπόν στη διάκριση των ρόλων. Τους γκέι πού τους τοποθετείτε;
Είναι μια ιδιαιτερότητα. Αλλά ο έρωτας είναι πάντοτε ίδιος. Είχα και έχω πολλούς γκέι φίλους. Πολλοί σπουδαίοι έκλαψαν σε τούτους εδώ τους ώμους. Ορισμένοι με είχαν κιόλας καψουρευτεί...
Πώς περνάτε πλέον τις μέρες σας;
Τι τα θες, Θοδωρή, ου γαρ έρχεται μόνον! Έχω τα χέρια μου, τα πόδια μου, τη μέση μου... Ψυχικά όμως νιώθω περδίκι. Ολημερίς τραγουδάω. Τις νύχτες ακούω μουσική και διαβάζω ως αργά. Πηγαίνω θέατρο. Ράβω, βλέπω τηλεόραση, παίζω και κάνα χαρτάκι. Φροντίζω σκυλάκια -είμαι σκυλομάνα! Γράφω ακόμα ένα βιβλίο κι ύστερα λέω να ασχοληθώ με τη ζωγραφική... Είμαι χαρούμενος, αισιόδοξος, δραστήριος άνθρωπος.
Πώς τα καταφέρατε;
Είμαι ισορροπημένο άτομο γιατί γύρισα, ταξίδεψα, δούλεψα, αγαπήθηκα, ερωτεύθηκα και γαμήθηκα καλά τον καιρό που έπρεπε. Χόρτασα τις ηδονές κι έτσι δεν έχω απωθημένα. Είμαι «πλήρης ημερών» από σεξ. Είμαι επίσης γεμάτη από χειροκρότημα για τη δουλειά μου. Τι άλλο να ζητήσω;
(Πηγή: www. 10percent. gr)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






