20 Σεπ 2009
Αγάπη
«…Ύστερα δεν θες ούτε να πιεις ούτε να μιλήσεις -μόνο να κοιτάς, να κοιτάς. Να βλέπεις αυτά που οι άλλοι δεν μπορούν. Λένε ανέκδοτα και γελούν, γελάς κι εσύ μαζί τους προσέχοντας μην πάρει κανείς χαμπάρι ότι το γέλιο σου, παρά ένα ημιτόνιο, είναι ένα κλάμα που δεν άρχισε ποτέ, γι’ αυτό και δεν λέει να τελειώσει.Μες τους ανθρώπους αυτοεξοριζόμαστε γι’ αυτή την μικρή φιάλη οξυγόνο που κρύβουμε στην τσέπη και στην ετικέτα γράφει: Αγάπη -για ιατρική χρήση μόνο».
Στέλλα Βλαχογιάννη
Η ομορφιά του ελάχιστου
ΔονούσαΗ Δονούσα δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο και το ξεχωριστό. Δεν έχει κάστρα, δεν έχει δάση και ποτάμια, ούτε θερμά λουτρά και μεγάλες αμμουδιές με κέδρους, ούτε έχει γραφική Χώρα σκαρφαλωμένη στα βράχια. Έχει έκταση 13 τ.χλμ., δύο βουνοκορφές στα 300 μέτρα με θυμάρι και πεσμένες πεζούλες, λαγκαδιές και λόγκους, βράχια, μικρές παραλίες, λίγα χωράφια με μποστάνια και μικρές ελιές, κρύα νερά, κατσίκια, γαϊδούρια, κότες και 160 μόνιμους κάτοικους.
Αλλά πάνω απ' όλα έχει την ομορφιά του ελάχιστου.
(Από το «Γεωτρόπιο» της «Ε»)
(Από το «Γεωτρόπιο» της «Ε»)
17 Σεπ 2009
Ο Λοΐζος
Ο Μάνος Λοΐζος έφυγε από τη ζωή, σαν σήμερα, στις 17 Σεπτέμβρη του 1982… Πέρασε την Αχερουσία με το χαμόγελο μικρού παιδιού και με τη σοφία γέρου… Σε μας, άφησε τα τραγούδια του… Τραγούδια με τον αέρα της Αλεξάνδρειας, απ’ όπου κατάγονταν ο Λοΐζος… Τραγούδια γι’ αγάπες, έρωτες κι αγώνες… Τραγούδια με χρώματα, μυρωδιές και μνήμες… Και με ξεχωριστό τους γνώρισμα τη μελωδία…12 Σεπ 2009
Ξανά μαζί...
Την ερχόμενη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου ξεκινάει ξανά τα ταξίδια της, μετά από διακοπή τριών μηνών, η «Μουσική Κιβωτός» του Δημοτικού Ραδιοφώνου Ιωαννίνων... Στους 98,7 των Fm, αλλά και στο διαδίκτυο (στη διεύθυνση www.dimotikoradiofono.gr), κάθε απόγευμα 6-7... Δεν είναι η στιγμή να αναφερθώ στους λόγους που η εκπομπή σταμάτησε ξαφνικά τον περασμένο Ιούνιο... Κάποιοι θεώρησαν ότι τους έπεφτε... βαριά! για καλοκαίρι... Σημασία έχει πως είμαστε ακόμα ζωντανοί και πως από Δευτέρα θα ανταμώσουμε και πάλι...
Μιας και ο λόγος περί ραδιοφώνου, επιτρέψτε μου, να ευχαριστήσω θερμότατα την κυρία Στέλλα Βλαχογιάννη για τη στήριξή της... Μου έδωσε δύναμη και κουράγιο σε μια χρονική στιγμή που τα είχα ανάγκη... Της είμαι ευγνώμων... Ξέρει εκείνη και όσοι παρακολουθουν το ραδιοφωνικό της «Ιατρείον ασμάτων»...
Να της εκφράσω θέλω, μέσα από τις «αποχρώσεις», την αγάπη μου και την εκτίμησή μου...
Γεράσιμου Ευαγγελάτου: Σενάρια...
Μια βόλτα στη βροχή μπορεί να βάλει όλες τις σκέψεις σε σειρά. Σημασία στη ζωή έχουν τα σενάρια. Το πως επιλέγεις να προβάλλεις την πραγματικότητα στην οθόνη σου. Σε ποιους επιτρέπεις την είσοδο στο μικρό σου σινεμά και ποιους αφήνεις έξω. Κι αν αφήνεις κάποιον έξω δε σημαίνει πως τον αποκλείεις απαραίτητα. Σημαίνει πως κάνεις χώρο. Κι αν έχει υπομονή θα ξαναμπεί. Μετά τις πρόβες. Στην επίσημη προβολή. Με νέο ρόλο. Σε νέο σενάριο.Έφτιαξα την πρώτη καφετιέρα με γαλλικό της χρονιάς. Πάει να πει κούπες που ακολουθούν η μια την άλλη. Πάει να πει σκέψεις. Και κλειστά τηλέφωνα. Μεταβατική φάση το λένε. Να συστηθούν οι νέες σκέψεις στο κεφάλι που έκλεινε τα αφτιά του τόσο καιρό. Σενάριο.
Μετά από πολύ καιρό διάβασα. Agatha Christie πλάι στο ανοιχτό παράθυρο. Έξω ψιλή βροχή. Σενάριο. Ρετρό αμπαζούρ το μόνο φως εκτός της συννεφιάς. Πόσο καιρό είχα να διαβάσω σε κίτρινο φως.
Είδα το υπέροχο La Naissance du Jour του Jacques Demy. Η Colette αποφασίζει στο τέλος ενός λαμπρού καλοκαιριού να αποκλείσει οριστικά απ' τη ζωή της τον έρωτα χωρίς να σημαίνει απαραίτητα πως πεθαίνει. Απλά έρχεται φθινόπωρο. Σπρώχνει τον εραστή της στην αγκαλιά μιας νέας κι όμορφης γυναίκας και ξαναπιάνει το λευκό χαρτί. Αποφασίζει να γράψει. Φθινόπωρο. Σενάριο.
Έγραψα κι εγώ μετά από πολύ καιρό με μολύβι. Σε χαρτί. Ασυνάρτητες σκέψεις με τη συγκινητική παλιά μου συνοχή. Ό, τι κοιμάται δεν είναι απαραίτητα νεκρό. Απλά ξεκουράζεται. Μαζεύει υλικό για να έχει να ανασύρει τις μέρες της βροχής.
Νομίζω είμαι καλά. Είμαι εδώ κι είμαι εγώ. Κι αρχίζει αυτή η εποχή που έλεγα πάντα πως είναι η αγαπημένη μου. Κι αφού νιώθω ακόμα εγώ πάει να πει πως δεν έχω αλλάξει όσο φοβάμαι.
Ξαναγεμίζω την κούπα. Ανοιχτό ραδιόφωνο. Απόψε δεν έχει σταγόνα αλκοόλ. Θα διαβάσω και θα πέσω για ύπνο νωρίς. Είναι ένα βροχερό απόγευμα Παρασκευής. Είμαι εγώ κι είμαι καλά. Σενάριο.
(Από το jirashimosu.blogspot.com)
7 Σεπ 2009
Η Στέλλα Βλαχογιάννη γράφει για το Λευτέρη Παπαδόπουλο... (δεύτερο μέρος)
Η κρυμμένη τρυφερότητα και η ιστορική μνήμη
Ο Λ. Παπαδόπουλος ξεκίνησε την καριέρα του την εποχή που ο στιχουργός πήγαινε τα λόγια στον συνθέτη και ο δεύτερος στη συνέχεια έκανε τη δουλειά του. Δεν είναι τυχαίο που τα σημαντικότερα κομμάτια του ελληνικού τραγουδιού ανήκουν κατά κύριο λόγο σ' αυτή την εποχή και σ' αυτόν τον τ ρ ό π ο. Συνεργάστηκε με το σύμπαν. Κάνοντας κατά κανόνα ολόκληρους δίσκους και στην πορεία των χρόνων δίνοντας και κάποια κομμάτια ως συμμετοχές. Ιστορικά συνδέθηκε πολύ με τον Μάνο Λοίζο με τον οποίο πράγματι έγραψε θαυμάσια τραγούδια αλλά προσωπικά δεν είμαι σίγουρη πως αυτος ο σύνδεσμος θα ίσχυε αν ο συνθέτης δεν εξέλιπε τόσο νέος. Αυτό δεν μειώνει το επίπεδο της δουλειάς τους αλλά ενδεχομένως να φέρνει τον μύθο που ακολούθησε λίγο πιο κοντά στις πραγματικές του διαστάσεις.
Ο Γιάννης Σπανός νομίζω είναι ο συνθέτης που καθάρισε από τον Λ. Παπαδόπουλο τα περιττά …αντριλίκια και αποκάλυψε το πραγματικό εύρος της τρυφερότητάς του. Μαζί με το Σπανό γράφουν δεκάδες τραγούδια που μόνον ως λαϊκά εικονογραφημένα θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω. Δηλαδή τραγούδια που τα ακούς και πίσω από τα μάτια σου περνάει η «ταινία». Από την δημοφιλέστατη Οδό Αριστοτέλους μέχρι το Σπίτι Παλιό και από το Βροχή και Σήμερα μέχρι το Οι Κυριακές στην Κατερίνη. Ένα δίδυμο με πάρα πολύ ισχυρό σήμα στην εποχή του που απέδωσε κομμάτια με ανοικτούς λογαριασμούς με την αθανασία. Τον έχουν μελοποιήσει σχεδόν οι πάντες -πέρα από τους ήδη αναφερθέντες: Απόστολος Καλδάρας, Σταύρος Κουγιουμτζής, Ελένη Καραΐνδρου, Μίκης Θεοδωράκης, Γιώργος Σταυριανός, Νίκος Κυπουργός, Χρήστος Νικολόπουλος, και…, και…, και…
Ο Λ. Παπαδόπουλος είναι ενας στιχουργός με ιστορική μνήμη. Κι εδώ τίθεται ένα μεγάλο ερωτηματικό. Ενώ είναι ο πατριάρχης ίσως του κοινωνικού στίχου δεν θα έλεγε κανείς ότι υπήρξε έστω και …στιγμιαία πολιτικός στιχουργός. Έχει γράψει για την Κατοχή, για τον πόλεμο, για τη Μαδρίτη που πέφτει, δεν έχει γράψει όμως γι' αυτά που έζησε και βίωσε ως ενήλικος και συνειδητός πολίτης. Το δεν μπόρεσε δεν το ακούω. Το δεν θέλησε, το σέβομαι.
Βέβαια για να είμαι και δίκαιη το πολιτικό τραγούδι κατ' αρχάς έσκασε σαν βόμβα κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και άνοιξε μια τεράστια τρύπα την οποία ήρθε και υπερχείλισε ο Μίκης Θεοδωράκης με τους ποιητές και τους στιχουργούς του. Αλλά ένας δημιουργός σαν τον Λ. Παπαδόπουλο πιστεύω, αργότερα, όταν πέρασε η λαίλαπα του οργισμένου πολιτικού τραγουδιού και ήρθαν χρόνια που μπορούσε να αρθρωθεί ένας ήπιος μεν καίριος δε πολιτικός λόγος, δεν νομίζω πως το επεχείρησε. Παρέμεινε κοινωνικός και παρέμεινε πάντα από τη μεριά στην οποία ανατράφηκε: του λαού. Από την εποχή που υπήρχε ακόμα ως σημαίνουσα έννοια ο λαός όπως υπήρχε και ως υπαρκτός …χαρακτηρισμός ο κοινωνικός ιστός.
Ο φόβος του θανάτου
Γράψαμε στην αρχή πως όλο το φόντο της καταγωγής και της νεότητάς του θα έπρεπε να οδηγήσει σ' έναν θλιμμένο άνθρωπο. Και όμως συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Ο Λ. Παπαδόπουλος ήταν είναι και θα είναι πάντα ερωτευμένος με τη ζωή. Μια ζωή που εμπεριέχει και πόνο και χαρά και προδοσία και απογοήτευση και τρελό έρωτα και αποχωρισμό και θάνατο αλλά πάντως ΖΩΗ. Ο θάνατος ως έννοια μπαινοβγαίνει στα τραγούδια του ως φαινόμενο, ως κατάσταση, ως ψυχικό βάρος αλλά ο υ δ έ π ο τ ε ως υπαρξιακή αγωνία. Έχει γράψει και έχει κλάψει για τον θάνατο άλλων ανθρώπων, υπαρκτών ή επινοημένων, με ειλικρινέστατο συναίσθημα αλλά δεν έχει διαθέσει ούτε μία λέξη του για να μιλήσει για τον θάνατο ως προσωπικό άλγος. Οι ασχολούμενοι ιατρικώς με τα της ψυχής πιστεύουν ότι τίποτα δεν γίνεται τυχαία. Αν έπρεπε λοιπόν να το δούμε από αυτή την πλευρά σκέφτομαι ότι αυτή η απόλυτη άρνηση του θανάτου ως ατομική παρτίδα μπορεί να δείχνει αυτό ακριβώς που αποκρύπτει: τον φόβο του δηλαδή. Ανθρώπινο και σεβαστό. Καταγράφεται απλώς για …φιλολογικούς λόγους.
Αν με ρωτούσε κάποιος πού «πάτησε» ο Λ. Παπαδόπουλος ως στιχουργός θα έλεγα ευθέως σε δύο ανθρώπους: την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και τον εαυτό του. Από την τρομερή γιαγιά του ελληνικού τραγουδιού πήρε την αμεσότητα του λόγου και τη σοφία της καθημερινής κουβέντας και από τον εαυτό του όλα τα υπόλοιπα.
Σ' αυτά τα 45 χρόνια της διαδρομής του έχει κάνει και τις ας τις πούμε σκανταλιές του. Άλλωστε δεν νομίζω να θέλησε ποτέ και ο ίδιος να καταχωρισθεί στα «καλά παιδιά» καθ' οιονδήποτε τρόπο. Πώς μεταφράζεται αυτό; Σε τραγούδια εύκολα για τον προσωπικό του πήχη αλλά και σε συνεργασίες με τραγουδιστές που δεν του άξιζαν.
Προσωπικά ομολογώ πως δεν υπήρξα ποτέ θαυμάστρια της πλευράς του που παρήγαγε άσματα τύπου ο Σαλονικιός αλλά δεν μπορώ και να παραγνωρίσω πως υπήρξε ένα ζεϊμπέκικο που το χόρεψαν όλοι οι άρρενες -και μη- ανεξαρτήτως πόλεως καταγωγής. Όπως ένα τραγούδι σαν το Γιέ μου που μου φάνηκε το αποκορύφωμα του μελοδράματος έκανε μια «καριέρα» απίστευτη. Αυτή η κάπως πιο εύπεπτη -ας την πω έτσι- πλευρά του είναι τελικά νομίζω που τον έκανε τον στιχουργό απόλυτης αποδοχής από όλους. Το λεξιλόγιό του ακόμα και στις πιο ποιητικές του στιγμές είναι οικείο στον καθένα, δεν ξενίζει τον απλό ακροατή, αλλά και δεν απωθεί τον πιο απαιτητικό. Και είναι ένα λεξιλόγιο που δεν επηρεάστηκε από μόδες κι εποχές. Στα βασικά του νομίζω έμεινε αταλάντευτο.
Επίμετρο
Τελικά τι είναι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για το ελληνικό τραγούδι; Θα πω ο σημαντικότερος -ίσως και ο πολυγραφότερος- στιχουργός της γενιάς του 1960. Γνωρίζω ότι ανάβω φωτιές μ' αυτή την τοποθέτηση αλλά, με συγχωρείτε, προσωπικά δεν θεωρώ λιγότερη την τέχνη του τραγουδιού από την ποίηση. Απλά διαφορετική. Και εν πάση περιπτώσει ο συγκεκριμένος δημιουργός δεν είχε ως κύριο άξονά του τον ποιητικό λόγο στο τραγούδι αλλά έναν λόγο απλό, καθημερινό και γι' αυτό -επίσης- σπουδαίο. Υπήρξε -κι ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο- το ασφαλέστερον μέσον μεταφοράς του καλού έως άριστου τραγουδιού σ' ένα ευρύτατο ακροατήριο το οποίο αρνιόταν μεν το σκυλάδικο της εποχής του αλλά δεν ταυτιζόταν κιόλας με τους Κύκλους Τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη ή τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι. Για να το πω πάρα πολύ απλά: αν ο Λευτέρης Παπαδόπουλος ζούσε και δημιουργούσε την εποχή που παρήγοντο τα δημοτικά τραγούδια τότε τα τραγούδια αυτά πέρα από την τεράστια απήχησή τους θα είχαν και …υπογραφή.
Ένα στοιχείο που δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί στην πορεία αυτού του ανθρώπου είναι οι αγώνες του για την αναγνώριση των στιχουργών ως ισότιμων -και οικονομικά εννοείται- δημιουργών με τους συνθέτες. Αν σήμερα μιλάμε για στιχουργούς με καριέρα και ανθρώπους που μπορούν να βιοπορίζονται αποκλειστικά από τα λόγια των τραγουδιών, αυτό είναι κατάκτηση που ξεκίνησε από τον Λ. Παπαδόπουλο. Και καλό είναι να μην ξεχνιούνται αυτά -ήταν πολλές οι δεκαετίες που δεν έμπαινε καν το όνομα του στιχουργού στα τραγούδια.
Ο Λ. Παπαδόπουλος ξεκίνησε την καριέρα του την εποχή που ο στιχουργός πήγαινε τα λόγια στον συνθέτη και ο δεύτερος στη συνέχεια έκανε τη δουλειά του. Δεν είναι τυχαίο που τα σημαντικότερα κομμάτια του ελληνικού τραγουδιού ανήκουν κατά κύριο λόγο σ' αυτή την εποχή και σ' αυτόν τον τ ρ ό π ο. Συνεργάστηκε με το σύμπαν. Κάνοντας κατά κανόνα ολόκληρους δίσκους και στην πορεία των χρόνων δίνοντας και κάποια κομμάτια ως συμμετοχές. Ιστορικά συνδέθηκε πολύ με τον Μάνο Λοίζο με τον οποίο πράγματι έγραψε θαυμάσια τραγούδια αλλά προσωπικά δεν είμαι σίγουρη πως αυτος ο σύνδεσμος θα ίσχυε αν ο συνθέτης δεν εξέλιπε τόσο νέος. Αυτό δεν μειώνει το επίπεδο της δουλειάς τους αλλά ενδεχομένως να φέρνει τον μύθο που ακολούθησε λίγο πιο κοντά στις πραγματικές του διαστάσεις.
Ο Γιάννης Σπανός νομίζω είναι ο συνθέτης που καθάρισε από τον Λ. Παπαδόπουλο τα περιττά …αντριλίκια και αποκάλυψε το πραγματικό εύρος της τρυφερότητάς του. Μαζί με το Σπανό γράφουν δεκάδες τραγούδια που μόνον ως λαϊκά εικονογραφημένα θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω. Δηλαδή τραγούδια που τα ακούς και πίσω από τα μάτια σου περνάει η «ταινία». Από την δημοφιλέστατη Οδό Αριστοτέλους μέχρι το Σπίτι Παλιό και από το Βροχή και Σήμερα μέχρι το Οι Κυριακές στην Κατερίνη. Ένα δίδυμο με πάρα πολύ ισχυρό σήμα στην εποχή του που απέδωσε κομμάτια με ανοικτούς λογαριασμούς με την αθανασία. Τον έχουν μελοποιήσει σχεδόν οι πάντες -πέρα από τους ήδη αναφερθέντες: Απόστολος Καλδάρας, Σταύρος Κουγιουμτζής, Ελένη Καραΐνδρου, Μίκης Θεοδωράκης, Γιώργος Σταυριανός, Νίκος Κυπουργός, Χρήστος Νικολόπουλος, και…, και…, και…
Ο Λ. Παπαδόπουλος είναι ενας στιχουργός με ιστορική μνήμη. Κι εδώ τίθεται ένα μεγάλο ερωτηματικό. Ενώ είναι ο πατριάρχης ίσως του κοινωνικού στίχου δεν θα έλεγε κανείς ότι υπήρξε έστω και …στιγμιαία πολιτικός στιχουργός. Έχει γράψει για την Κατοχή, για τον πόλεμο, για τη Μαδρίτη που πέφτει, δεν έχει γράψει όμως γι' αυτά που έζησε και βίωσε ως ενήλικος και συνειδητός πολίτης. Το δεν μπόρεσε δεν το ακούω. Το δεν θέλησε, το σέβομαι.
Βέβαια για να είμαι και δίκαιη το πολιτικό τραγούδι κατ' αρχάς έσκασε σαν βόμβα κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και άνοιξε μια τεράστια τρύπα την οποία ήρθε και υπερχείλισε ο Μίκης Θεοδωράκης με τους ποιητές και τους στιχουργούς του. Αλλά ένας δημιουργός σαν τον Λ. Παπαδόπουλο πιστεύω, αργότερα, όταν πέρασε η λαίλαπα του οργισμένου πολιτικού τραγουδιού και ήρθαν χρόνια που μπορούσε να αρθρωθεί ένας ήπιος μεν καίριος δε πολιτικός λόγος, δεν νομίζω πως το επεχείρησε. Παρέμεινε κοινωνικός και παρέμεινε πάντα από τη μεριά στην οποία ανατράφηκε: του λαού. Από την εποχή που υπήρχε ακόμα ως σημαίνουσα έννοια ο λαός όπως υπήρχε και ως υπαρκτός …χαρακτηρισμός ο κοινωνικός ιστός.
Ο φόβος του θανάτου
Γράψαμε στην αρχή πως όλο το φόντο της καταγωγής και της νεότητάς του θα έπρεπε να οδηγήσει σ' έναν θλιμμένο άνθρωπο. Και όμως συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Ο Λ. Παπαδόπουλος ήταν είναι και θα είναι πάντα ερωτευμένος με τη ζωή. Μια ζωή που εμπεριέχει και πόνο και χαρά και προδοσία και απογοήτευση και τρελό έρωτα και αποχωρισμό και θάνατο αλλά πάντως ΖΩΗ. Ο θάνατος ως έννοια μπαινοβγαίνει στα τραγούδια του ως φαινόμενο, ως κατάσταση, ως ψυχικό βάρος αλλά ο υ δ έ π ο τ ε ως υπαρξιακή αγωνία. Έχει γράψει και έχει κλάψει για τον θάνατο άλλων ανθρώπων, υπαρκτών ή επινοημένων, με ειλικρινέστατο συναίσθημα αλλά δεν έχει διαθέσει ούτε μία λέξη του για να μιλήσει για τον θάνατο ως προσωπικό άλγος. Οι ασχολούμενοι ιατρικώς με τα της ψυχής πιστεύουν ότι τίποτα δεν γίνεται τυχαία. Αν έπρεπε λοιπόν να το δούμε από αυτή την πλευρά σκέφτομαι ότι αυτή η απόλυτη άρνηση του θανάτου ως ατομική παρτίδα μπορεί να δείχνει αυτό ακριβώς που αποκρύπτει: τον φόβο του δηλαδή. Ανθρώπινο και σεβαστό. Καταγράφεται απλώς για …φιλολογικούς λόγους.
Αν με ρωτούσε κάποιος πού «πάτησε» ο Λ. Παπαδόπουλος ως στιχουργός θα έλεγα ευθέως σε δύο ανθρώπους: την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και τον εαυτό του. Από την τρομερή γιαγιά του ελληνικού τραγουδιού πήρε την αμεσότητα του λόγου και τη σοφία της καθημερινής κουβέντας και από τον εαυτό του όλα τα υπόλοιπα.
Σ' αυτά τα 45 χρόνια της διαδρομής του έχει κάνει και τις ας τις πούμε σκανταλιές του. Άλλωστε δεν νομίζω να θέλησε ποτέ και ο ίδιος να καταχωρισθεί στα «καλά παιδιά» καθ' οιονδήποτε τρόπο. Πώς μεταφράζεται αυτό; Σε τραγούδια εύκολα για τον προσωπικό του πήχη αλλά και σε συνεργασίες με τραγουδιστές που δεν του άξιζαν.
Προσωπικά ομολογώ πως δεν υπήρξα ποτέ θαυμάστρια της πλευράς του που παρήγαγε άσματα τύπου ο Σαλονικιός αλλά δεν μπορώ και να παραγνωρίσω πως υπήρξε ένα ζεϊμπέκικο που το χόρεψαν όλοι οι άρρενες -και μη- ανεξαρτήτως πόλεως καταγωγής. Όπως ένα τραγούδι σαν το Γιέ μου που μου φάνηκε το αποκορύφωμα του μελοδράματος έκανε μια «καριέρα» απίστευτη. Αυτή η κάπως πιο εύπεπτη -ας την πω έτσι- πλευρά του είναι τελικά νομίζω που τον έκανε τον στιχουργό απόλυτης αποδοχής από όλους. Το λεξιλόγιό του ακόμα και στις πιο ποιητικές του στιγμές είναι οικείο στον καθένα, δεν ξενίζει τον απλό ακροατή, αλλά και δεν απωθεί τον πιο απαιτητικό. Και είναι ένα λεξιλόγιο που δεν επηρεάστηκε από μόδες κι εποχές. Στα βασικά του νομίζω έμεινε αταλάντευτο.
Επίμετρο
Τελικά τι είναι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για το ελληνικό τραγούδι; Θα πω ο σημαντικότερος -ίσως και ο πολυγραφότερος- στιχουργός της γενιάς του 1960. Γνωρίζω ότι ανάβω φωτιές μ' αυτή την τοποθέτηση αλλά, με συγχωρείτε, προσωπικά δεν θεωρώ λιγότερη την τέχνη του τραγουδιού από την ποίηση. Απλά διαφορετική. Και εν πάση περιπτώσει ο συγκεκριμένος δημιουργός δεν είχε ως κύριο άξονά του τον ποιητικό λόγο στο τραγούδι αλλά έναν λόγο απλό, καθημερινό και γι' αυτό -επίσης- σπουδαίο. Υπήρξε -κι ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο- το ασφαλέστερον μέσον μεταφοράς του καλού έως άριστου τραγουδιού σ' ένα ευρύτατο ακροατήριο το οποίο αρνιόταν μεν το σκυλάδικο της εποχής του αλλά δεν ταυτιζόταν κιόλας με τους Κύκλους Τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη ή τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι. Για να το πω πάρα πολύ απλά: αν ο Λευτέρης Παπαδόπουλος ζούσε και δημιουργούσε την εποχή που παρήγοντο τα δημοτικά τραγούδια τότε τα τραγούδια αυτά πέρα από την τεράστια απήχησή τους θα είχαν και …υπογραφή.
Ένα στοιχείο που δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί στην πορεία αυτού του ανθρώπου είναι οι αγώνες του για την αναγνώριση των στιχουργών ως ισότιμων -και οικονομικά εννοείται- δημιουργών με τους συνθέτες. Αν σήμερα μιλάμε για στιχουργούς με καριέρα και ανθρώπους που μπορούν να βιοπορίζονται αποκλειστικά από τα λόγια των τραγουδιών, αυτό είναι κατάκτηση που ξεκίνησε από τον Λ. Παπαδόπουλο. Και καλό είναι να μην ξεχνιούνται αυτά -ήταν πολλές οι δεκαετίες που δεν έμπαινε καν το όνομα του στιχουργού στα τραγούδια.
5 Σεπ 2009
Η Στέλλα Βλαχογιάννη γράφει για το Λευτέρη Παπαδόπουλο... (πρώτο μέρος)
Άπονη ζωή. Αυτές είναι οι δυο πρώτες λέξεις του Λευτέρη Παπαδόπουλου στο ελληνικό τραγούδι (1963). Άδικη μέρα / άδικη νύχτα. Αυτές είναι δύο από τις τελευταίες του (μέχρι σήμερα) -δίσκος Ερημιά, 2005, σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Αυτά τα 42 χρόνια που χωρίζουν τις λέξεις και τις έννοιες τις οποίες επιλέξαμε περικλείουν μια πάρα πολύ δημιουργική διαδρομή ενός λαϊκού ποιητή που σημάδεψε ανεξίτηλα το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Αν το δούμε και κάπως σημειολογικά «αρχή» και «τέλος» ουσιαστικά είναι το ίδιο. Η ζωή (κάτι με διάρκεια -πιστεύουμε πάντα) είναι άπονη όταν ξεκινάει να γράφει ο Λ. Παπαδόπουλος και η μέρα ή η νύχτα (διάστημα πολύ συγκεκριμένο χρονικά) είναι άδικη. Για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω ποιος από τους δυο χαρακτηρισμούς είναι πιο σκληρός. Το άπονη εμπεριέχει πολύ και φρέσκο, νεανικό συναίσθημα. Το άδικη όμως είναι συμπέρασμα ζωής. Κι ίσως τελικά αυτή η λέξη να είναι η σκληρότερη από τις δύο.
Σώμα που από μόνο του φέρει στο DNA του έναν πόλεμο κι έναν εμφύλιο και όλη τη φτώχεια της μεταπολεμικής Ελλάδας και από καταγωγή αθροίζει και την προσφυγιά του 1922 «λογικά» έπρεπε να οδηγήσει σ' ένα (πολύ) θλιμμένο άνθρωπο. Δεν συνέβη αυτό και θα εξηγήσουμε παρακάτω το πώς και το γιατί.
Είσοδος, θεματολογία, συνείδηση καταγωγής
Ο Λ. Παπαδόπουλος μπαίνει στο τραγούδι έφιππος και ένοπλος. Τα δύο μόνο πρώτα τραγούδια να σκεφτεί κανείς (Άπονη ζωή και Φτωχολογιά) που ξεκίνησαν από τα χείλη και κατέληξαν στις καρδιές μιας ολόκληρης χώρας είναι αρκετό. Με τη σημερινή χυδαία ορολογία θα λέγαμε «δυο σουξέ από χέρι», με το «καλημέρα σας» του στιχουργού στο τραγούδι -χωρίς φυσικά να αγνοούμε τη δυναμική του επίσης νέου τότε μελοποιού τους που ήταν ο Σταύρος Ξαρχάκος. Η φτώχεια είναι ένα θέμα που δεν θα σταματήσει ποτέ να μπαινοβγαίνει στα τραγούδια του. Δεν ξεχνά την ταξική καταγωγή του -ό,τι κι αν κατάφερε να γίνει στη συνέχεια. Και δεν είναι τυχαίο που ακόμα και σήμερα τραγουδάμε και τα δυο προαναφερθέντα κομμάτια με δάκρυα στα μάτια χωρίς ν' ακούγονται μελό -στην ηλικία της γλώσσας που βιώνουμε εννοώ. Η φτώχεια δεν χρησιμοποιείται γενικά και αόριστα ως ιδεολόγημα. «Υλοποιείται» με πολλούς τρόπους. Με λέξεις όπως το ψωμί ας πούμε ή με φράσεις όπως το «βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι / κάποιος πονεμένος θα βρεθεί».
Ένα άλλο θέμα που έλκει επίσης την καταγωγή του στα πρώτα χρόνια της γραφής του Λ. Παπαδόπουλου είναι, η απονιά της ζωής και η αδικία του κόσμου. Μια αδικία που, και εξ αρχής αλλά κυρίως στη συνέχεια, θα επικεντρωθεί στον έρωτα (τόση αγάπη/ κι ούτε ένα ευχαριστώ). Γιατί ο Λ. Παπαδόπουλος στα τραγούδια του θα παραμείνει -μέχρι σήμερα- ένας πικραμένος εραστής. Ένας άντρας που κλαίει για το κορίτσι που είχε ή που ονειρεύτηκε να έχει.
Ακούγοντας πολύ προσεκτικά την παραγωγή του της πρώτης δεκαετίας θα μπορούσε κανείς να καταχωρίσει ως χαρακτηριστικά ένα αίσθημα ενοχής και αυτολύπησης (μας έδειρε ο βοριάς) και μια μοιρολατρεία που ωστόσο αιτιολογείται «ιδεολογικά» από την ανατολίτικη καταγωγή του. Τοποθετώντας βέβαια όλα αυτά στο ιστορικό τους πλαίσιο (μεταπολεμική περίοδος και φυσικά προδικτατορική, με την χώρα να ανοικοδομείται όπως όπως) μάλλον σε μια υγιή ψυχολογία ανθρώπου οδηγείται και όχι σε μια ψυχοπαθολογία. Ένας νέος άντρας στη δεκαετία του 1960 έτοιμος να ερωτευθεί και να τον ερωτευθούν, με το ντρίλινο, φαντάζομαι, παντελόνι, με ξεκάθαρη συνείδηση καταγωγής -και κοινωνικής και το κυριότερο οικονομικής-, μεγαλώνει σε μια γειτονιά που ήταν αρχηγός η Αργυρώ. Μικτές παρέες, φαντασιωτικά αισθήματα, έρωτες που παίρνουν να σπιθίζουν μες από ματιές, την Κυριακή ποδόσφαιρο, τα πρώτα σκιρτήματα, οι πρώτες «αλητείες», οι πρώτες σ κ έ ψ ε ι ς. Όταν όλα αυτά θα μπούνε με λόγια στο χαρτί θα είναι καθαρές φωτογραφίες.
Ο Λ. Παπαδόπουλος μπαίνει στο τραγούδι έφιππος και ένοπλος. Τα δύο μόνο πρώτα τραγούδια να σκεφτεί κανείς (Άπονη ζωή και Φτωχολογιά) που ξεκίνησαν από τα χείλη και κατέληξαν στις καρδιές μιας ολόκληρης χώρας είναι αρκετό. Με τη σημερινή χυδαία ορολογία θα λέγαμε «δυο σουξέ από χέρι», με το «καλημέρα σας» του στιχουργού στο τραγούδι -χωρίς φυσικά να αγνοούμε τη δυναμική του επίσης νέου τότε μελοποιού τους που ήταν ο Σταύρος Ξαρχάκος. Η φτώχεια είναι ένα θέμα που δεν θα σταματήσει ποτέ να μπαινοβγαίνει στα τραγούδια του. Δεν ξεχνά την ταξική καταγωγή του -ό,τι κι αν κατάφερε να γίνει στη συνέχεια. Και δεν είναι τυχαίο που ακόμα και σήμερα τραγουδάμε και τα δυο προαναφερθέντα κομμάτια με δάκρυα στα μάτια χωρίς ν' ακούγονται μελό -στην ηλικία της γλώσσας που βιώνουμε εννοώ. Η φτώχεια δεν χρησιμοποιείται γενικά και αόριστα ως ιδεολόγημα. «Υλοποιείται» με πολλούς τρόπους. Με λέξεις όπως το ψωμί ας πούμε ή με φράσεις όπως το «βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι / κάποιος πονεμένος θα βρεθεί».
Ένα άλλο θέμα που έλκει επίσης την καταγωγή του στα πρώτα χρόνια της γραφής του Λ. Παπαδόπουλου είναι, η απονιά της ζωής και η αδικία του κόσμου. Μια αδικία που, και εξ αρχής αλλά κυρίως στη συνέχεια, θα επικεντρωθεί στον έρωτα (τόση αγάπη/ κι ούτε ένα ευχαριστώ). Γιατί ο Λ. Παπαδόπουλος στα τραγούδια του θα παραμείνει -μέχρι σήμερα- ένας πικραμένος εραστής. Ένας άντρας που κλαίει για το κορίτσι που είχε ή που ονειρεύτηκε να έχει.
Ακούγοντας πολύ προσεκτικά την παραγωγή του της πρώτης δεκαετίας θα μπορούσε κανείς να καταχωρίσει ως χαρακτηριστικά ένα αίσθημα ενοχής και αυτολύπησης (μας έδειρε ο βοριάς) και μια μοιρολατρεία που ωστόσο αιτιολογείται «ιδεολογικά» από την ανατολίτικη καταγωγή του. Τοποθετώντας βέβαια όλα αυτά στο ιστορικό τους πλαίσιο (μεταπολεμική περίοδος και φυσικά προδικτατορική, με την χώρα να ανοικοδομείται όπως όπως) μάλλον σε μια υγιή ψυχολογία ανθρώπου οδηγείται και όχι σε μια ψυχοπαθολογία. Ένας νέος άντρας στη δεκαετία του 1960 έτοιμος να ερωτευθεί και να τον ερωτευθούν, με το ντρίλινο, φαντάζομαι, παντελόνι, με ξεκάθαρη συνείδηση καταγωγής -και κοινωνικής και το κυριότερο οικονομικής-, μεγαλώνει σε μια γειτονιά που ήταν αρχηγός η Αργυρώ. Μικτές παρέες, φαντασιωτικά αισθήματα, έρωτες που παίρνουν να σπιθίζουν μες από ματιές, την Κυριακή ποδόσφαιρο, τα πρώτα σκιρτήματα, οι πρώτες «αλητείες», οι πρώτες σ κ έ ψ ε ι ς. Όταν όλα αυτά θα μπούνε με λόγια στο χαρτί θα είναι καθαρές φωτογραφίες.
Τραγούδια με φύλο
Θα τολμήσω να πω ότι ο Λ. Παπαδόπουλος είναι ο μοναδικός στιχουργός που τα τραγούδια έχουν φύλο. Είναι γυναικεία, είναι ανδρικά. Σαν μεγάλος ηθοποιός όταν στο τραγούδι μιλάει γυναίκα γίνεται ό ίδιος γυναίκα -εννοώ τόσο πειστική είναι η φωνή του, και είναι σημαντικό γιατι δείχνει δημιουργό χωρίς ομοφοβικά άγχη που φρενάρουν συνήθως την όποια έμπνευση- και αντιστοίχως όταν μιλάει άνδρας είναι ο ίδιος ο άνδρας. Ο άνδρας κατά το πλείστον ο πονεμένος, ο θλιμμένος, ο προδομένος αλλά και ο ερωτευμένος μέχρι τον ουρανό (όλα δικά σου μάτια μου), ο άνδρας κυνηγός αλλά και ο άνδρας κατακτημένη χώρα. Ένας άνδρας που δεν θα ντραπεί να κλάψει για το αίσθημά του (Όταν βλέπετε να κλαίω, Τα βουρκωμένα μάτια μου κ.ο.κ). Και βέβαια ενας άνδρας νάρκισσος (ψηλά κυπαρισσόπουλα, αυτό τ' αγόρι με τα μάτια τα μελιά, ο Σαλονικιός, στην απάνω γειτονίτσα/ μ αγαπάνε ΔΥΟ κορίτσα κοκ). Κατά καιρούς θα δίνει στις γυναίκες μια δυνατότητα «εκδίκησης» (το πλαστό το πασαπόρτι γνωστότερον ως Η δουλειά κάνει τους άνδρες) αλλά δεν θα το φτάσει και μέχρι …Άρειο Πάγο. Ο άνδρας στα τραγούδια του Λ. Παπαδόπουλου ήταν και εξακολουθεί να είναι απλώς αυτό που ο ίδιος βλέπει στον καθρέφτη του. Υπερβολικό συχνά αλλά πάντως ειλικρινές. Η γυναίκα στα τραγούδια του είναι φυσικά μάνα (αν και το αριστουργηματικό του Νανούρισμα με την Κωχ τα …μπερδεύει λίγο τα πράγματα από ένα σημείο και μετά) αλλά πάνω από όλα το απόλυτο αντικείμενο του πόθου. Υπάρχει για να την αγαπούν, να την ερωτεύονται και να …τους προδίδει. Επουσιώδεις φυλετικοί σοβινισμοί.
Του αρέσει να προσωποποιεί αντικείμενα, χώρους, καταστάσεις. Όπως ο καφενές, το άγαλμα, το χελιδόνι, οι δρόμοι με τα ονόματά τους, οι γειτονιές επίσης, τα καπηλειά κ.ο.κ. Ο «διάλογος» λ. χ. του πικραμένου αγοριού με το Άγαλμα στο δρόμο είναι η αρχή μιας προσωπικής κλασικής μυθολογίας -αν μπορεί να το πει κανείς έτσι-, που ξεκινάει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Αντικείμενό του συχνά είναι το ίδιο το λαϊκό τραγούδι (άκου πως κλαίει ο μπαγλαμάς, αχ ο μπαγλαμάς κ.ο.κ), και ιδιαιτέρως συχνά ο χρόνος. Ο χρόνος με την έννοια της φθοράς που δύναται να επιφέρει (όπως το φτωχό μου το κορμί που δεν παλιώνει) αλλά και τετμημένος σε μέρες με προτίμηση το Σάββατο (πόσα Σαββατόβραδα;) και την Κυριακή (Μια Κυριακή, την Κυριακή κάργα ως τη σκάλα κ.ο.κ).
Θα τολμήσω να πω ότι ο Λ. Παπαδόπουλος είναι ο μοναδικός στιχουργός που τα τραγούδια έχουν φύλο. Είναι γυναικεία, είναι ανδρικά. Σαν μεγάλος ηθοποιός όταν στο τραγούδι μιλάει γυναίκα γίνεται ό ίδιος γυναίκα -εννοώ τόσο πειστική είναι η φωνή του, και είναι σημαντικό γιατι δείχνει δημιουργό χωρίς ομοφοβικά άγχη που φρενάρουν συνήθως την όποια έμπνευση- και αντιστοίχως όταν μιλάει άνδρας είναι ο ίδιος ο άνδρας. Ο άνδρας κατά το πλείστον ο πονεμένος, ο θλιμμένος, ο προδομένος αλλά και ο ερωτευμένος μέχρι τον ουρανό (όλα δικά σου μάτια μου), ο άνδρας κυνηγός αλλά και ο άνδρας κατακτημένη χώρα. Ένας άνδρας που δεν θα ντραπεί να κλάψει για το αίσθημά του (Όταν βλέπετε να κλαίω, Τα βουρκωμένα μάτια μου κ.ο.κ). Και βέβαια ενας άνδρας νάρκισσος (ψηλά κυπαρισσόπουλα, αυτό τ' αγόρι με τα μάτια τα μελιά, ο Σαλονικιός, στην απάνω γειτονίτσα/ μ αγαπάνε ΔΥΟ κορίτσα κοκ). Κατά καιρούς θα δίνει στις γυναίκες μια δυνατότητα «εκδίκησης» (το πλαστό το πασαπόρτι γνωστότερον ως Η δουλειά κάνει τους άνδρες) αλλά δεν θα το φτάσει και μέχρι …Άρειο Πάγο. Ο άνδρας στα τραγούδια του Λ. Παπαδόπουλου ήταν και εξακολουθεί να είναι απλώς αυτό που ο ίδιος βλέπει στον καθρέφτη του. Υπερβολικό συχνά αλλά πάντως ειλικρινές. Η γυναίκα στα τραγούδια του είναι φυσικά μάνα (αν και το αριστουργηματικό του Νανούρισμα με την Κωχ τα …μπερδεύει λίγο τα πράγματα από ένα σημείο και μετά) αλλά πάνω από όλα το απόλυτο αντικείμενο του πόθου. Υπάρχει για να την αγαπούν, να την ερωτεύονται και να …τους προδίδει. Επουσιώδεις φυλετικοί σοβινισμοί.
Του αρέσει να προσωποποιεί αντικείμενα, χώρους, καταστάσεις. Όπως ο καφενές, το άγαλμα, το χελιδόνι, οι δρόμοι με τα ονόματά τους, οι γειτονιές επίσης, τα καπηλειά κ.ο.κ. Ο «διάλογος» λ. χ. του πικραμένου αγοριού με το Άγαλμα στο δρόμο είναι η αρχή μιας προσωπικής κλασικής μυθολογίας -αν μπορεί να το πει κανείς έτσι-, που ξεκινάει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Αντικείμενό του συχνά είναι το ίδιο το λαϊκό τραγούδι (άκου πως κλαίει ο μπαγλαμάς, αχ ο μπαγλαμάς κ.ο.κ), και ιδιαιτέρως συχνά ο χρόνος. Ο χρόνος με την έννοια της φθοράς που δύναται να επιφέρει (όπως το φτωχό μου το κορμί που δεν παλιώνει) αλλά και τετμημένος σε μέρες με προτίμηση το Σάββατο (πόσα Σαββατόβραδα;) και την Κυριακή (Μια Κυριακή, την Κυριακή κάργα ως τη σκάλα κ.ο.κ).
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...)
«Τ' ακριβό το πασαπόρτι»
Για την πολυδιαφημισμένη συναυλία, με αφορμή τα 50 χρόνια του Λευτέρη Παπαδόπουλου στο τραγούδι, που θα πραγματοποιηθεί στις 7 Σεπτέμβρη, επιτρέψτε μου να έχω τις επιφυλάξεις μου… Και για τις προθέσεις και για το καλλιτεχνικό (;) ζητούμενο της συγκεκριμένης διοργάνωσης, με τη συμμετοχή μιας πλειάδας ελλήνων τραγουδιστών και συνθετών…Έστω και μ’ αυτή την αφορμή, όμως, θυμήθηκα και θέλω να μοιραστώ κι από δω μαζί σας ένα κείμενο της Στέλλας Βλαχογιάννη για το Λευτέρη Παπαδόπουλο και το έργο του, που με τίτλο «Τ' ακριβό το πασαπόρτι», δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2006 στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Ηριδανός».
Αφορμή γι' αυτή την πρώτη προσέγγιση στο έργο του Λ. Παπαδόπουλου από τη Στέλλα Βλαχογιάννη υπήρξε το άλμπουμ «Του Κόσμου οι Κυριακές - 45 Χρόνια Λευτέρης Παπαδόπουλος», που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο της χρονιάς εκείνης...
3 Σεπ 2009
«Ακόμα μία φορά πριν ξεψυχήσω»
Γράφει ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος:Ξανά μαζί. Δεν είναι αυτονόητο. Υπνωτισμένος στον ρυθμό της ζωής, ξεχνά κανείς ότι βαδίζει πάνω σε γη γεμάτη κόκαλα. Θεωρεί ότι το κανονικό είναι να εναλλάσσονται αενάως οι εποχές κι αυτός να βρίσκεται παρών σε κάθε στροφή της μοίρας (της μετεωρολογίας έστω): όμως μια ηλιόλουστη συνηθισμένη μέρα κάτι αιφνίδιο συσπάται στο χέρι του, πηγαίνει στον γιατρό και έχει ολικό καρκίνο. Ένα βράδυ κάθεται να δειπνήσει με τον σύντροφο που δειπνά μαζί του δεκαετίες και σε ένα λεπτό όλα έχουν αλλάξει -η γαλήνη της ζωής του χάνεται οριστικά... Αλλά εγώ είμαι πάλι εδώ. Γράφω ακόμα. Αυτό το αιφνίδιο λεπτό δεν μου συνέβη. Άρα, αυτό που μας συμβαίνει είναι σχεδόν γιορτή.
Ήταν ωραίο πάλι στο νησί. Πιο θορυβώδες μόνο. Τώρα υπάρχουν κι άνθρωποι που αναζητούν εδώ πράγματα διαφορετικά από αυτά που ψάχνω. Όμως τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν. Εξάλλου έχουν περάσει πλάκα πλάκα 25 χρόνια από την πρώτη φορά που έφτασα εδώ ένα χάραμα πολύ ανεμώδες κι ανέβηκα με το μουλάρι στην ολοσκότεινη χώρα. Μόνο άστρα και αέρας. Ήμασταν οι δύο μοναδικοί επισκέπτες στο νησί. Μείναμε 40 μέρες στα μοναδικά δωμάτια, με μια Γερμανίδα ιστορικό 80άρα που διάβαζε Όμηρο απ' το πρωτότυπο (έλεγε όμως τις «κοίτες» των ποταμών, «κρεβάτια»!) και τρώγαμε ντόπια φάβα κάθε μέρα στο σπίτι του προέδρου. Δεν υπήρχαν δρόμοι, δεν υπήρχαν μπαρ. Σπανίως όμως ξαναγεύτηκα τέτοια πληρότητα στη ζωή μου.
Πλήττω λιγάκι που ό,τι αλλάζει, ομογενοποιείται, τουλάχιστον στα μάτια μου -τα νησιά, οι επαρχίες, οι ηλικίες, οι τάξεις. Διακρίνω γενικώς έναν πρωτοφανή ιστορικό τρανσβεστισμό, που ενδέχεται να οφείλεται στο γεγονός ότι όλα τα ερμηνεύω μέσω της φτωχής μου, πεπερασμένης εμπειρίας. Σχεδόν δεν ξεχωρίζω τους πλούσιους από τους φτωχούς, τους νέους από τους γέρους, τους straight από τους gay. Αναρωτιέμαι: υπάρχει όντως μια διάχυση στην εικόνα (από ταξικό φθόνο, σύνδρομο Ντόριαν Γκρέι, και κόμπλεξ επαρχιωτισμού) ή απλώς σκληραίνουν οι δικές μου αρτηρίες; Ό,τι και να συμβαίνει, έχω αποφασίσει να μη «δώσω» τον εαυτό μου: ούτε μαλλιά να τρέχω να φυτεύω ούτε να αγοράζω πράγματα που δεν φτάνει το χέρι μου ούτε να δοξολογήσω την ακατοίκητη 17άρα που προσποιείται ότι είναι η Πάρις Χίλτον, προκειμένου να φανώ open minded. Είμαι 48 χρόνων και θέλω να το δείχνω. Κι είμαι ειλικρινά ευγνώμων που ακόμα υπάρχω. Με τη φαλάκρα μου. Με τα μικρά μου χέρια που αρχίζουν και ζαρώνουν. Με τη μυωπία μου. Με τα μάτια μου -ίσως το μόνο αναλλοίωτο πράγμα πάνω μου. Σας βρίσκω λοιπόν πάλι. Καλώς σας βρίσκω. Ας γράψουμε κι ας διαβάσουμε σα να 'ναι η τελευταία φορά...
(09/09/2006)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

