12 Φεβ 2009
Το «Εldorado» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη

O Κωνσταντίνος Γιάνναρης, από τους σημαντικότερους και ουσιαστικά τολμηρούς ενεργούς σκηνοθέτες του κινηματογράφου μας, επιστρέφει στο θέατρο. Ανεβάζει στο θέατρο «Χώρα» τη μαύρη κωμωδία του Γερμανού Μάριους φον Μάγιενμπουργκ «Εldorado».
O Κωνσταντίνος Γιάνναρης αναφέρει χαρακτηριστικά για την παράσταση: Ένα τεράστιο κομμάτι της πόλης κατεδαφίζεται, καίγεται, θρυμματίζεται. Οι ντόπιοι ιθαγενείς εκδιώκονται και μαντρώνονται στα προσφυγικά στάδια ποδοσφαίρου. Η στρατιωτική επιχείρηση προελαύνει ανελέητη και από πίσω ακολουθούν οι μεγαλοεταιρίες και οι επενδυτές που οραματίζονται να κατασκευάσουν την καινούρια πόλη του μέλλοντος. Μια δυσλειτουργική ζάμπλουτη οικογένεια - ποτισμένη μέχρι το μεδούλι με την κουλτούρα και την μουσική της Ευρωπαϊκής παράδοσης - εμπλέκεται σε αυτή την άπληστη επένδυση από τον απατεωνίσκο γαμπρό ΑΝΤΟΝ. Ο πόλεμος έξωθεν κορυφώνεται αλλά οι ιθαγενείς με την απεγνωσμένη αυτοκτονική αντίστασή τους ανατρέπουν τα σχέδια των κατασκευαστών. Αντιμέτωπη με το φάσμα της επενδυτικής τους απώλειας η οικογένεια αρχίζει να πιέζει ανελέητα τον ΑΝΤΟΝ έως την αυτοκτονία. Το ΕΛ ΝΤΟΡΑΝΤΟ των ονείρων... η μυθική πόλη του χρυσού αποδεικνύεται ως ένας σωρός άνθρακες...
Από απόψε στις 21.30, στο θέατρο «Χώρα» / Σκηνή Νέα Χώρα (Αμοργού 20, Κυψέλη, τηλ. 210-86.73.945). Εισιτήρια: 22, 19 (φοιτητικό), 15 ευρώ.
ΠΑΙΖΟΥΝ: Θάνος Σαμαράς, Γιώτα Φέστα, Διόνη Κουρτάκη, Λεωνίδας Καλφαγιάννης, Γιούλη Τάσιου και ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος.
Τάνια Τσανακλίδου... έφη (από συνέντευξή της στην «Κ. Ε.»)
ΤΙ Θ' ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ ΣΤΟ «ΜΕΤΡΟ»: «Κομμάτια αγαπημένα αλλά και μερικά που έχω να πω 35 χρόνια: του Λάγιου, του Λεοντή, τον "Τσε Γκεβάρα" και το "Σε ψάχνω" του Λοΐζου, τον "Κύριο Μενεξέ", τη "Λίμνη" της Καραΐνδρου, το "Είμαι αητός χωρίς φτερά" (μόνο πιάνο φωνή), το "Αντίο δρόμοι του Βερολίνου" σε μπλουζ εκτέλεση. Απολύτως ειδικό πρόγραμμα: αν κάποιος θέλει να βγει για να κάνει κέφι, ας μην έρθει. Προέχει να θεραπευτούμε, γιατί αλλιώς γλεντάμε με τρόπο υστερικό. Βλέπεις τα Σάββατα ανθρώπους που πρέπει να γίνουν τύφλα για να "αποδεσμευτούν" από όσα τους κυνηγούν μέσα στην εβδομάδα: τον μαλάκα προϊστάμενό τους, την τράπεζα, τη σύζυγο, την αγωνία για το αύριο. Η διασκέδαση έχει γίνει απλώς ένα δωμάτιο -μπαίνεις, ξεδίνεις και φεύγεις. Ενας από τους λόγους που εδώ και χρόνια παίζω μόνο Δευτέρα και Τρίτη είναι γιατί θέλω να απέχω από τη χυδαιότητα του Σαββατοκύριακου».ΤΑ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ ΠΕΘΑΝΑΝ: «Η ύφεσή τους συνδέεται άμεσα με την οικονομική κρίση. Οι πίστες ήταν για χρόνια οι χώροι επίδειξης και κόντρας των νεόπλουτων: άνθρωποι που "μετράνε" την αξία τους ανάλογα με το πού θα βάλει το αυτοκίνητό τους ο παρκαδόρος και πώς θα φανεί από το σηκωμένο μανίκι το ρολόι τους. Τώρα τους κόπηκε η φόρα, και να σου πω ψιλοχαίρομαι με αυτό το γκρέμισμα. Τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο τίποτα. Ακόμα κι εγώ, που έχω κάποιες αντιστάσεις, έπιασα τον εαυτό μου να ζω με τρόπο χυδαίο και προκλητικό. Τώρα θα καταλάβουμε τι είναι τα 50 ευρώ που τα πετούσαμε για ένα βρακί».
ΤΟ ΝΤΟΥ ΣΤΑ ΘΕΑΤΡΑ: «Δεν έχω ακόμα καταλήξει αν συμφωνώ με τα παιδιά αυτά, παρ' όλο που το 2001 είχαμε αποφασίσει με τον Σίμο Κακκάλα να φτιάξουμε μια τέτοια ομάδα. Θα τη βαφτίζαμε "ιό" και θα πραγματοποιούσαμε εισβολές σε παραστάσεις και μέρη που θεωρούσαμε ότι μας "προσέβαλαν". Μετά το ξανασκέφτηκα, με έπιασε συμπόνια και κατέληξα πως δεν μου ταιριάζει οποιαδήποτε μορφή βίας. Ωστόσο, ονειρεύομαι τη στιγμή που θα αποσυρθώ από το τραγούδι -για να μην πει κανείς ότι αυτοδιαφημίζομαι ως επαναστάτρια- και θα μπορώ να πηγαίνω στα διάφορα πάνελ να γιαουρτώνω διαφόρους».
ΘΥΜΩΣΑ ΜΕ ΤΗ «ΜΗΔΕΙΑ»: «Εικαστικά ήταν άρτια. Αλλά σκυλοβαρέθηκα. Πήγαινα να δω δουλειά του Παπαϊωάννου έχοντας υπ' όψιν τα παλιά χρόνια, που πραγματικά με είχαν συγκινήσει. Και δυστυχώς είδα ένα παγερό θέαμα σε μια πολυτελή αίθουσα για γκλάμουρ πελάτες. Παγιδεύτηκε στη γοητεία της εικόνας και παρουσίασε κάτι τόσο τραγικό χωρίς ίχνος συναισθήματος. Δεν αμφιβάλλω πως για το σαχλό κοινό της τηλεόρασης είναι σημαντικό να δει τη "Μήδεια", αλλά εμένα δεν μου λέει τίποτα».
ΟΧΙ ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ: «Αγόρασα πρόσφατα τη Μόνικα και πολύ με συγκίνησε αυτό το πλάσμα που σκίζει με τραγούδια που έγραψε η ίδια. Αν δεν ξεφύγουν οι τραγουδιστές από τη λογική "κάνω ένα δίσκο για να έχω μεροκάματο το βράδυ", δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτα».
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ: «Ο χρόνος είναι υπέροχος σύμμαχος, όταν τον ζεις. Οταν τον αφήνεις και περνάει γίνεται ατσάλι που σε τραβά στο βυθό. Στις φάσεις που δεν αγαπάς τη ζωή, ο χρόνος σε τσακίζει. Παρ' όλα αυτά δεν θα μου άρεσε να ξαναγίνω έφηβη ή 20άρα. Αλλά μπορώ να πω σε εκείνους που βρίσκονται μεταξύ 35 και 40, ότι αυτή η πενταετία είναι η μεγαλύτερη γιορτή της ζωής. Εγώ τη γλέντησα πολύ. Πάντα έχουμε μια αίσθηση μεγαλείου για τον εαυτό μας, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα νιάτα είναι η προσωποποίηση της αυτοπεποίθησης. Από τα 40 και μετά με έβαλα στο σεντούκι, για να μην πω στην κατάψυξη. Εξαίρεσα τον εαυτό μου από τον έρωτα, λες και με τιμωρούσα επειδή τα προηγούμενα χρόνια τον είχα χαρεί πολύ».
ΤΟ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΤΙΚΟ PHOTOSHOP: «Οταν περνά ο χρόνος είναι πράγματι οδυνηρό να βλέπεις μια φωτογραφία σου γκρο πλαν. Εχω τρομάξει πολλές φορές με κοντινά πλάνα μου, αλλά το ότι σοκαρίστηκα με τον εαυτό μου δεν με οδήγησε στη γελοιότητα του photoshop. Κάποτε οι καλοί φωτογράφοι κάλυπταν και αναδείκνυαν ό,τι χρειαζόταν με τον κατάλληλο φωτισμό. Στη σημερινή εποχή της βιασύνης κανείς δεν κάθεται να ασχολείται και να χάνει χρόνο με τα φώτα. Τραβάει κουτουρού. Και μετά, οι ατέλειες μιας κακής φωτογραφίας φτιάχνουν στο κομπιούτερ τέρατα. Ελα όμως που πατάνε στο ναρκισσισμό μας... Δεν έχω αντίρρηση να θέλεις να παρουσιάζεις μια βελτιωμένη εικόνα του εαυτού σου, αλλά αυτή η παραμόρφωση είναι απάνθρωπη. Και η ρυτίδα έχει συναίσθημα».
ΟΙ ΚΑΗΜΕΝΟΙ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ: «Συνδέσαμε το συναίσθημα με την αδυναμία και ξεχάσαμε πως μόνο εκείνος που έχει ψυχική δύναμη μπορεί να ζει τη ζωή. Δες και τους άντρες, έχουν πειστεί πως για να είναι αποδεκτοί πρέπει να μοιάζουν με τα αγόρια στα περιοδικά. Γι' αυτό και τους βλέπεις όλους ίδιους και... ξυρισμένους. Τι κακό κι αυτό; Δεν αφήνουν τρίχα για τρίχα. Κατά τη γνώμη μου όλοι οι άνθρωποι έχουνε δύο πλευρές: τη γυναικεία και την αντρική. Η κοινωνία μάς μεγαλώνει έτσι που τα αγόρια πρέπει να κοιτούν μόνο την αντρική τους πλευρά και οι γυναίκες μόνο τη θηλυκή. Με τη δυναμική είσοδο των γυναικών στην εργασία αρχίσανε τα αντρικά μας χαρακτηριστικά να συνυπάρχουν με τα γυναικεία. Τώρα ήρθε και η σειρά των καημένων των αντρών...».
«Η σκόνη του χρόνου»
10 Φεβ 2009
«Φάτα Μοργκάνα»


«Τις μελωδίες των τραγουδιών του Νίκου Καββαδία τις βρήκα μέσα στα ποιήματά του. Ήταν μια χειμωνιάτικη νύχτα του 1976, στην πρώτη μου εκδρομή στη Μάνη. Τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία έρχονταν το ένα μετά το άλλο στη φωνή μου και στα χείλη μου. Από χρόνια τα γνώριζα και με γνώριζαν…» (Μαρίζα Κωχ).
Έτσι άρχισαν όλα για τη Μαρίζα Κωχ και για τη σχέση της με τον ποιητή «των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων». Έτσι, στο δίσκο της Μαρίζας Κωχ, με τίτλο το όνομά της -κυκλοφόρησε το 1977 από τη «CBS»- η ίδια μελοποίησε και τραγούδησε οχτώ ποιήματα του «Κόλλια»: «Φάτα Μοργκάνα», «Πούσι», «Αρμίδα», «Μουσώνας», «Σταυρός του νότου», «Θεσσαλονίκη ΙΙ», «Νανούρισμα», «Μαραμπού».
Απ’ αυτά τα τραγούδια, ξεχώρισε, αγαπήθηκε και έφτασε ως τις μέρες μας η «Φάτα Μοργκάνα», ένα ποίημα από το «Τραβέρσο», την τελευταία ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία:
«Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν…
Πουθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Που πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πως τη λένε; Φάτα Μοργκάνα».
Έτσι άρχισαν όλα για τη Μαρίζα Κωχ και για τη σχέση της με τον ποιητή «των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων». Έτσι, στο δίσκο της Μαρίζας Κωχ, με τίτλο το όνομά της -κυκλοφόρησε το 1977 από τη «CBS»- η ίδια μελοποίησε και τραγούδησε οχτώ ποιήματα του «Κόλλια»: «Φάτα Μοργκάνα», «Πούσι», «Αρμίδα», «Μουσώνας», «Σταυρός του νότου», «Θεσσαλονίκη ΙΙ», «Νανούρισμα», «Μαραμπού».
Απ’ αυτά τα τραγούδια, ξεχώρισε, αγαπήθηκε και έφτασε ως τις μέρες μας η «Φάτα Μοργκάνα», ένα ποίημα από το «Τραβέρσο», την τελευταία ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία:
«Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν…
Πουθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Που πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πως τη λένε; Φάτα Μοργκάνα».
«William George Allum» και «Black and white»...


Ο Νίκος Καββαδίας παραμένει ένας από τους αγαπημένους των νέων και των συνθετών. Των νέων, γιατί στις ρίμες του βρίσκουν τον έρωτα, το όνειρο και τη φυγή... Αλλά και των συνθετών, γιατί η μουσικότητα των στίχων του Καββαδία οδηγεί καλύτερα και ασφαλέστερα τα βήματά τους στο δρόμο της μελοποίησής του...
Ένας από τους μουσικούς, που καταπιάστηκαν με τον Καββαδία, είναι και ο Λάκης Παπαδόπουλος, στο ξεκίνημα, σχεδόν, της καριέρας του. Τρία, μόλις, χρόνια μετά την πρώτη συνθετική του παρουσία, το 1981, στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας (με το τραγούδι «Και θα χαθώ», σε στίχους Κυριάκου Ντούμου και ερμηνεία Ισιδώρας Σιδέρη), που διοργάνωσε ο Μάνος Χατζιδάκις και δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου προσωπικού του δίσκου, με τίτλο «Άκυρο» (1982). Το 1984, ο Λάκης Παπαδόπουλος έγραψε τα τραγούδια στο δίσκο της Αρλέτας «Περίπου». Εκεί, μελοποίησε και δύο ποιήματα του Νίκου Καββαδία: «William George Allum» και «Black and white», από τις ποιητικές συλλογές «Μαραμπού» (1933) και «Πούσι» (1947) αντίστοιχα.
Μπορεί οι μελοποιήσεις του Λάκη Παπαδόπουλου να μην πέρασαν στον κόσμο, όπως αυτές του Θάνου Μικρούτσικου λ.χ., έχουν, όμως, το δικό τους ενδιαφέρον. Βλέπετε, είναι και η φωνή της Αρλέτας…
Μπορεί οι μελοποιήσεις του Λάκη Παπαδόπουλου να μην πέρασαν στον κόσμο, όπως αυτές του Θάνου Μικρούτσικου λ.χ., έχουν, όμως, το δικό τους ενδιαφέρον. Βλέπετε, είναι και η φωνή της Αρλέτας…
Ο «Κόλλιας»

Τη χρονιά που έφυγε ο «Κόλλιας» (είχε γεννηθεί το 1910), άρχισε η περιπέτεια της μελοποίησής του. Με πρώτο ποίημα το «Mal du depart», που ο Καββαδίας αφιέρωσε στην αδερφή του Ζένια, από το «Μαραμπού» του ’33. Και με πρώτο συνθέτη, το Γιάννη Σπανό. Στον ιστορικό του δίσκο «Τρίτη Ανθολογία».«Θα μείνω πάντα ιδανικός
κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών
και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά,
σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω
τη θολή γραμμή των οριζόντων…».
Τον «Ιδανικό κι ανάξιο εραστή» τραγούδησε ο Κώστας Καράλης*, που ο Γιάννης Σπανός για τις ανάγκες της «Τρίτης Ανθολογίας» του -από κιθαρίστα- τον έχρισε τραγουδιστή…
Η γυναικεία φωνή του δίσκου ήταν η Αρλέτα, που τραγούδησε κι αυτή Καββαδία, αρκετά χρόνια αργότερα… Στο δίσκο «Περίπου» του ’84, σε μελοποίηση από το Λάκη -με τα ψηλά ρεβέρ- Παπαδόπουλο.
*Υπάρχει και μια σύγχρονη ηχογράφηση του τραγουδιού από το Γιάννη Μαθέ στο cd του «Ανάσα της ζωής μου γίνε».
8 Φεβ 2009
Τάνια Τσανακλίδου και Μάρθα Φριτζήλα στην «Καθημερινή»


Το πρόγραμμα αρχίζει ακριβώς στις 9.30 μ.μ. Ούτε λεπτό παραπάνω. Σε αυτό η Τάνια Τσανακλίδου είναι απόλυτη, χρόνια τώρα, στις παραστάσεις της στο «Μετρό» κάθε Δευτέρα και Τρίτη. Ασκοπα ξενύχτια για την κατανάλωση και μόνο δεν θέλει. Φέτος, υποδέχεται τη Μάρθα Φριτζήλα. Η συνεργασία τους δεν είναι περιστασιακή ούτε για τις ανάγκες της σεζόν. Δηλώνει θαυμάστριά της εδώ και χρόνια.Τα δύο αγγελάκια των παιδικών μας χρόνων, όπως μας χαμογελούν από την αφίσα που είναι κολλημένη στην πόρτα, έξω από την οδό Κάλβου 83, δεν «ταιριάζουν» με τις δύο κυρίες που, ντυμένες στα μαύρα, μοιάζουν με παραφωνία στον ροζ βινίλ καναπέ ο οποίος δεσπόζει στη σκηνή. Το χρώμα του «βγάζει μάτι», αλλά όταν βλέπεις την Τάνια Τσανακλίδου να ισορροπεί στα ψηλοτάκουνα που έχουν το ίδιο ακριβώς χρώμα, το χαμόγελο βγαίνει αυθόρμητα.
Ο Τάκης Φαραζής στο πιάνο δίνει τον τόνο, από κοντά ο ακορντεονίστας Παναγιώτης Τσεβάς και ύστερα οι δυο τους, σε μια παρτίδα για τέσσερις, που ξεκινάει με τον Χιώτη και συνεχίζεται με τον Δημήτρη Λάγιο και τον Μάνο Χατζιδάκι. Μοιάζει να μην έχει «κόνσεπτ» το πρόγραμμα κι αυτό είναι ευχάριστο σε μια εποχή που για όλα στο τραγούδι υπάρχει στρατηγική, πανομοιότυπα προβλέψιμη. Η έκπληξη εδώ είναι οι επιλογές. Οι μικροί αιφνιδιασμοί που σε κάνουν να ψάχνεις τους εμπνευστές τους. Εκεί που αναρωτιέσαι πώς τους ήρθε ο γαμήλιος σκοπός από το Καστελόριζο, τον οποίο τραγουδά η Φριτζήλα, επιβραβεύεις την ένωσή του με το λιβανέζικο «Για χαμπίμπι» και τον «Ερωτευμένο» που έγραψε ο Βασίλης Mαντζούκης, σύζυγος και συνεργάτης της. Αλλά και η «Περσεφόνη» του Θανάση Παπακωνσταντίνου μοιάζει δική της. Aλλωστε από τη συνεργασία μαζί του απέκτησε τόσο φανατικό κοινό στο τραγούδι, στους Kubara project –το συγκρότημά της– και βέβαια στο θέατρο.
Η Τάνια Τσανακλίδου την παρακολουθεί κάνοντας στη ζούλα ένα τσιγάρο. Ψιθυρίζει τα λόγια, την τονώνει, μιλάει για τα ταλέντα της μικρής Mάρθας από την Ελευσίνα και γειτόνισσά της στο Παγκράτι. Ακομπλεξάριστη αστειεύεται για την κρίση της ηλικίας που περνά και όταν ανεβαίνει στη σκηνή διχάζει όσους την ακούμε στο απογυμνωμένο φέτος «Μαμά γερνάω». «Φτάνει ο θρήνος» μας προειδοποιεί αλλά την «παίρνουν τα ζουμιά» στη «Ζελατίνα». Γίνεται συγκινητική στο «Νανούρισμα» του Λεοντή και στον Λοΐζο. Λιτά, με δυο όργανα ξεδιπλώνει το τραγούδι: «Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα/ Μια φωτογραφία σου απ’ τα ξένα/ Απ’ αυτές που κρατάν οι φοιτητές/ Απ’ αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές. Απ’ αυτές που κρεμάν οι φοιτητές/ Στην καρδιά τους...». Ούτε στόμφος ούτε πατριωτική πόζα. Οι τεχνικοί κάθονται και την προσέχουν, ο Γιώργος Τσατσούλης –χρόνια τώρα στο τιμόνι του Μετρό– επιδοκιμάζει το αποτέλεσμα: «Η Τάνια πάντα είναι έκπληξη», και ο βοηθός δίπλα μου –είναι δεν είναι 30 χρόνων– μονολογεί: «Ανατρίχιασα με αυτό το τραγούδι».
Καμιά τους δεν περνά απαρατήρητη. Είναι ο κώδικας που έχουν, οι επιλογές που τις ένωσαν, η «συνομιλία», η νέα ματιά σε παλιό υλικό, οι ενορχηστρώσεις. Δεν έχει τόση σημασία αν ο «γάμος» θα είναι ισχυρός, όσο ότι το υλικό που παρουσιάζουν και ο τρόπος, με πιάνο και ακορντεόν, σε αυτό το παιχνίδι της μελωδίας και του λόγου έχει φυσικότητα και έκπληξη. Οπως το τραγούδι του Χατζιδάκι από το άλμπουμ «2000 Μ.Χ.». «Δεν μπορώ/ Ο χρόνος φεύγει/ Oχι εγώ…/ Ανέβα πάνω στο λεπτό/ στον λεπτοδείχτη/ Κράτα γερά/ Οι δείχτες σπρώχνουν το λεπτό/ είναι από σίδερο γερό/ δεν τους βαστώ…». Ποιος μας δίνει την ευκαιρία να ακούσουμε τέτοια τραγούδια;
«Ο χρόνος όταν αγαπάς τη ζωή είναι σύμμαχος»
— Αφορμή για την παράσταση, λέτε πως στάθηκαν τα πρόσφατα γεγονότα που συνέβησαν στην Αθήνα...
— Τ. ΤΣ.: Είχα αποφασίσει να μη δουλέψω. Η Μάρθα, από την άλλη, σκοτωνόταν στη δουλειά αυτή τη σεζόν. Μέσα στην κατάθλιψη λοιπόν και λόγω ηλικίας, με βρίσκουν τα γεγονότα του Δεκεμβρίου στον καναπέ, με παράξενα συναισθήματα. Κάποια στιγμή τρελαίνομαι και κάνω παντού ζάπινγκ. Στέκομαι πάνω σε ένα ντοκιμαντέρ για τον Μάνο Χατζιδάκι. Παρότι είχα να ακούσω μουσική από το καλοκαίρι, εκείνο το βράδυ η μουσική του άνοιξε ένα παράθυρο στο σπίτι μου. Γέμισα οξυγόνο. Σκέφτηκα: μα, ρε γαμώτο, αφού αυτό με λυτρώνει τι κάθομαι στον καναπέ; Τηλεφωνώ εκείνη τη στιγμή στον Φαραζή και τον Τσεβά και τους ρωτάω «είστε να τραγουδήσουμε Χατζιδάκι»; Ηταν το καλύτερό μας. Την τρίτη μέρα ο Τσεβάς προτείνει: «Δεν λέμε και στην κουμπάρα;»... Στη μία το πρωί πήγαμε σπίτι της.
— Μ. ΦΡ.: Μ’ ένα ουίσκι και μια μαστίχα. Τα τελειώσαμε και τα δύο εκείνο το βράδυ. Φέτος, είχα την επανάληψη της «Κατερίνας Ισμαΐλοβα» στο θέατρο του Νέου Κόσμου, τον «Ερωτα» στο «Χώρα», δουλεύω τον «Φορτουνάτο» που θα ανεβεί τον Μάρτιο στο Εθνικό και ετοιμάζω και μια παράσταση με τους Rootless Root για την Μπρατισλάβα. Αλλά είπα «είμαι μέσα». Oμως τραγουδώντας Χατζιδάκι φτάσαμε στον Δημήτρη Λάγιο...
— Αλλά και στον Λεοντή και τον Λοΐζο.
— Μ. ΦΡ.: Κοίτα, όταν η Τάνια μου έβαλε ως όρο να πει στην παράσταση το «Ρολόι στο καπηλειό», του Χατζιδάκι είπα από εκεί ξεκινάμε. Oλα τα άλλα είναι εύκολα.
— Υπάρχουν κάποια «άτυχα» τραγούδια. Δεν τα ακούμε συχνά κι άλλα που από τη συχνή χρήση αποδυναμώνεται η σημασία τους. Αυτό το νιώθει και το κοινό;
— Μ. ΦΡ.: Οταν ακούω κάτι και το νιώθω ζωντανό δεν σκέφτομαι έτσι. Θα το πω κι ας είναι και του 1800. Η δουλειά μας είναι να ξανασυστήσουμε αυτό το υλικό. Τα τραγούδια που λέμε σπίτι μας, που τα δουλεύουμε μόνοι.
— Τ. ΤΣ.: Αυτό το ντουέτο του Μ. Χατζιδάκι, «Το ρολόι στο καπηλειό», ήθελα να το πω χρόνια. Με έκαιγε. Κανείς δεν το ήθελε. Το έβλεπαν αντιεμπορικό. Κι εγώ το δούλευα μόνη. Σπίτι. Η αίσθηση ήταν ωραία. Αλλωστε τα ακριβά πράγματα δεν τα βγάζουμε στο πεζοδρόμιο ούτε στον πάγκο. Τα κρατάμε σαν μυστικά μέσα μας και τα μοιραζόμαστε όταν βρούμε τον κατάλληλο άνθρωπο.
— Μ. ΦΡ.: Aτυχα δεν είναι αυτά τα τραγούδια, αλλά εκείνα που πολυακούστηκαν κι έχασαν το νόημά τους. Δεν μπορώ να ακούω άλλο το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας». Τρελαίνομαι. Είναι δυνατόν ένα τόσο ακριβό τραγούδι να παίζεται από ανθρώπους που δεν το αγαπούν;
— Πολυτραγουδισμένο κομμάτι του Λοΐζου είναι και το «Τσε Γκεβάρα», ωστόσο εδώ το ανακαλύπτουμε εκ νέου. Τι σημαίνει για σας σήμερα;
— Τ. ΤΣ.: Η επανάσταση που έχασε η γενιά μου, η ήττα μας αλλά και το ότι δεν το βάζω κάτω. Παλεύω με νύχια και με δόντια να μείνω ζωντανή, θέλω λοιπόν να ξανασυζητήσουμε το θέμα, δεν το έχω εγκαταλείψει.
— Μ. ΦΡ.: Για μένα είτε έλεγε Τσε Γκεβάρα είτε Δον Κιχώτη θα ήταν το ίδιο. Κάθε εποχή χρειάζεται έναν ήρωα. Eναν ήρωα που να πιστεύει σ’ ένα πολύ μεγάλο ιδανικό.
— Τ. ΤΣ.: Να τι μας ενώνει: ότι σ’ ένα τραγούδι εννοούμε και την οξεία και την περισπωμένη. Ο λόγος για μας είναι σημαντικός. Αυτό μπορεί να δώσει στα τραγούδια τη δύναμή τους.
— Οι κινητοποιήσεις των παιδιών στην Αθήνα σας σήκωσαν από τον καναπέ, όμως τι νιώσατε ακριβώς;
— Τ. ΤΣ.: Με αυτή τη μίνι εξέγερση που έγινε και ήταν άναρθη, ένιωσα πως αν είχαν έναν ήρωα, η κινητοποίησή τους θα είχε και λόγο. Αυτό μας λείπει. Δεν έχουμε έναν ήρωα να πιστέψουμε. Iσως γι’ αυτό είχα αυτή την έντονη ανάγκη να ακούσω τον Τσε.
— Μ. ΦΡ.: Οτιδήποτε μας κουνάει από τη θέση μας είναι καλό. Κάθε ταραχή έχει μια ηδονή και αυτή είναι για όλους. Οι καλλιτέχνες, βέβαια, είμαστε η τελευταία τρύπα του ζουρνά. Στην άκρη πάντα.
— Τ. ΤΣ.: Διαφωνώ, Μάρθα. Ενας καλλιτέχνης οφείλει να εμπνεύσει. Αλλιώς είμαστε αποκλειστικά του μεροκάματου. Κοιτάμε μόνο πόσα φέτος, πόσα του χρόνου.
— Μ. ΦΡ.: Αυτό λέω. Οτι το τραγούδι «Τσε Γκεβάρα» δεν είναι για να σηκώσει εσένα από τον καναπέ. Εσύ έτσι κι αλλιώς την έπαθες τη βλάβη. Το θέμα είναι να κινητοποιήσει αυτόν που βολεύτηκε. Οι καλλιτέχνες είναι πάντα εκκρεμείς.
— Υπάρχουν και πολλοί βολεμένοι.
— Μ. ΦΡ.: Καλλιτέχνες εννοώ. Με την έννοια της λέξης.
— Το «Μαμά γερνάω» ακούγεται σαν να βγαίνει από μουσικό κουτί. Γιατί του αφαιρέσατε τον λυγμό;
— Τ. ΤΣ.: Είχα την ανάγκη να του βγάλω τη θρηνωδία. Νομίζω ότι έτσι γίνεται πιο σημαντικό.
— Ντρέπεστε που κλαίτε στη σκηνή;
— Τ. ΤΣ.: Καθόλου. Είδες στο επόμενο τραγούδι έβαλα τα κλάματα. Δεν φοβάμαι την έκθεση. Αντίθετα, με γοητεύει και με ελευθερώνει. Αισθάνομαι πως όταν αποφορτίζεις το πολύ συναίσθημα και αφήνεις την αλήθεια και τη σιωπή να μιλήσουν, είναι πιο δυνατό. Αυτό το τραγούδι είναι δυνατό από μόνο του, δεν είναι η ερμηνεία που το κάνει ισχυρό.
— Σας παιδεύει ο χρόνος;
— Τ. ΤΣ.: Είναι και η ηλικία. Είμαι τραυματισμένη απ’ αυτήν. Δεν το κρύβω. Εχω μια εμμονή με τον χρόνο. Γι’ αυτό και η παράσταση ασχολείται μαζί του. Ο χρόνος όταν αγαπάς τη ζωή είναι φίλος και σύμμαχος. Οταν δεν την αγαπάς είναι διώκτης. Εγώ τώρα θέλω από διώκτη να κάνω τον χρόνο πάλι φιλαράκι. Αυτό προσπαθώ και με την παράσταση.
— Μ. ΦΡ.: Ο χρόνος είναι υποκειμενική έννοια. Αν της δίνεις σημασία σού δίνει κι αυτή. Οπότε δεν δίνω σημασία. Ξέρω ότι αν περνάω καλά, περνάει ωραία ο χρόνος. Οπως ξέρω ότι δεν μπορώ να μετρήσω μια στιγμή. Oταν περιμένω τον άντρα μου δεν περνάει ο χρόνος. Μπορεί να αργήσει πέντε λεπτά κι εγώ να νομίζω ότι είναι πέντε ώρες.
— Τ. ΤΣ.: Καλά κάνεις και δεν τον υπολογίζεις. Θα έρθει όμως να σου χτυπήσει την πόρτα.
— Η οικονομική κρίση της αγοράς έχει δώσει παντού σήματα. Από τη δισκογραφία μέχρι τα live. Σας φοβίζει;
— Τ. ΤΣ. Η Μάρθα δεν έχει δικό της αυτοκίνητο κι εγώ έχω νοικιασμένο.
— Μ. ΦΡ.: Oταν τα πράγματα πιέζουν γύρω μας είναι καιρός να ανθίσει η τέχνη.
— Τ. ΤΣ.: Kαταρρέει το σύστημα που μας έλεγε πως άμα είμαστε φραγκάτοι είμαστε κι ευτυχισμένοι. Από τη στιγμή που τα φράγκα δεν έφεραν την ευτυχία που τόσο ποθούσαμε, νομίζω ότι θα την αναζητήσουμε εκεί που πράγματι βρίσκεται: στη στιγμή και στην καθημερινότητά μας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







